Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2011

Ο μεταφυσικός βρωμύλος



Kαθότι κύριοι είναι ηλίθιος ο στρατευμένος άθεος
Καθότι δεν ξέρετε την τύφλα σας αγαπητοί
Επίσης είναι ηλίθιος ο άθεος επιστήμονας
Εκτός αν είναι κανένας φίλος και απλά δεν του το λέμε
Και όλος ο κόσμος είναι συμπαθητικός όταν κοιμάται,
Όλοι οι άνθρωποι είναι ευάλωτοι όταν αγαπάνε
Και ο μισάνθρωπος μέσα στον Υπερόπτικ προσπαθεί να πιαστεί από τις τρίχες του αδέξιου δαίμονα που λέει έφτιαξε τον κόσμο,
Γιατί εννοείται ο θεός σιγά μην καταδεχόταν
Γιαυτό μαλακίζεται το πελεκούδι
Αλλά κι αυτό μαλακία δεν είναι; μπορεί σε μπίγκερ σκέηλ το πελεκούδι απλά να ξεδιπλώνεται, να μη μαλακίζεται
Και τι να πει κι ο Υπερόπτικ που είναι λίγο μίζερος σήμερα
Ούτε καλός μισάνθρωπος δεν μπορεί να γίνει
Κι αυτό μαλακία του φαίνεται
Ηλίθιο του φαίνεται κι αυτό
«η ομορφιά που ξεδιπλώνεται, εκστατικός ο κόσμος, απελπισία και οργή» του ψιθυρίζει ο Ιονέσκος, ανικανοποίητος γερόλυκος με δύσκολο χαρακτήρα
τι να πεις ρε Ιονέσκε

Α οι άνθρωποι που αγαπάνε την ανθρωπότητα και μισούνε τους ανθρώπους

Αλλά έχει δίκιο ο τύπος, οι μισοί είμαστε πολιτικοί, οι μισοί μεταφυσικοί,
Και τι να πω πια τι απόθεμα πρέπει να χρειάζεται για να αγαπήσει κανείς την αδυναμία
Εκεί που τη βλέπει τη μαλακία να λέει, εντάξει είναι κι αυτό ανθρώπινο πολύ ανθρώπινο,
Και να μη φοβάται το ναρκισσιστικό του μάτι, την εσωτερική του προδοσία

Άστα φίλε Σαρκάστικ μιζέρια ρε, ες αύριον τα ακμαία.

Ο μεταφυσικός βρωμύλος
Hyperoptic, 2011

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

ο ανδαλουσιανός ψύλλος


Δύσκολοι καιροί για κτηνοβάτες
Με τόσα γουρούνια που έχουν μαζευτεί
Με κατάστρεψε η επισκευή της καφετιέρας, τώρα όλη μέρα είμαι τούρμπο
Έχω ρετάρει και με το ρεαλισμό
Δεν υπάρχουν ρεάλια ρεάλια
Μονόλιρα, πεντόλιρα, μπικικίνια καφετιά και μαρούλια
Και ήθελα ένα φλογοβόλο για τα χριστούγεννα
Να καθαρίσουμε τους κακομούτσουνους, τους ρατσιστές και τα εθνίκια
Να μείνουμε οι γαμάτοι να χαλαρώσουμε λιγάκι
Μετά να ανέβουμε όλοι μαζί σε μια κορφή να πέσουμε με το κεφάλι
Γιατί εμείς είμαστε οι χειρότεροι
Κι αν επιζήσουμε ε τι να πω χαλάλι μας
Υιοθετούμε και το point of view του θεού έτσι για τη φάση
Ή εναλλακτικά το point of view της κατσαρίδας, το ίδιο είναι
Μη σου πω επίτηδες της κατσαρίδας για να τη σπάσουμε στο χοντρό
Και τελικά λέει η κατσαρίδα να είναι το μέλλον, να κλαίει με το βάγκνερ και να λιγουρεύεται πατέ σαλιγκαριών με χαβιάρι μέδουσας
Και λέει με το που θα γίνει ο πυρηνικός όλεθρος η κατσαρίδα να πει ουφ επιτέλους να χτίσω τον τέλειο σουμπλίμ ειρηνικό πολιτισμό να τελειώνουμε
Και να χτυπήσει κατευθείαν το επίπεδο τρία άλφα της συνείδησης
Που εμείς ούτε στον ύπνο μας
Και που το χτύπαγε και όσο είμασταν εδώ απλά ήταν πολύ αξιοπρεπής για να μας το επιβάλλει
Κ εμείς οι μαλάκες αντί να διδαχθούμε την πλακώναμε στο τέζα
Κι έπειτα συζητάγαμε για την επίδραση των γερμανών μεταμοντέρνων στον αγγλοσαξωνικό ηθικισμό
Ενώ η κατσαρίδα άκουγε ψυχορραγώντας και έλεγε «ρε τους κακομοίρηδες δεν ξέρουν ότι μόνο αν γευθείς σκατά με οδοντόκρεμα μπορείς να καταλύσεις τον εμπειριοκριτικισμό»
Και μετά βούταγε στον ωκεανό της μεγάλης αιτίας για κατσαρίδες και επανερχόταν σε συνείδηση αυγού για να σκάψει υπομονετικά το δρόμο της μέσα από τη σιχαμάρα που αποτελεί το οντολογικο της πάνελ να περιμένει να περιμένει να ψοφήσει το ανθρώπινο γένος να έρθει η ώρα της.

Κατσαρίδα ρε μουνιά.

βουντού βουντού και κόκκινη μαγεία
Hyperoptic, 2011

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

Το καβλερό πτώμα. Ένας διάλογος με το σουρεαλιστή.


Ρε συ Σαρκάστικ

Σαν Υπερόπτικ έπιασα πάτο σήμερα.
Σαν μπομπ γαμιόλης θριάμβευσα βρίσκοντας κι άλλα τρίσβαθα του ανθρώπινου απόπατου να αντλήσω ρεαλισμό.
Σαν άλλος αντρέ μπρετόν οδηγήθηκα, με το μικρό πωλ ελυάρ και το τρυφερούδι μαξ έρνστ που κρύβονται μέσα μου, μέσα σου Σαρκάστικ, μέσα μας αναγνώστη, στη σύνθεση δημιουργία ερμηνεία και εκτέλεση σουρεαλιστικού ποιήματος που ακολουθείται από σουρεαλιστικό σχέδιο.

Λέγεται: «Το καβλερό πτώμα» και διαβάζεται καλύτερα σε μπανιέρα με τήλιο.
Ιδανική θερμοκρασία ανάγνωσης: περίπου στους 25 ΣΕΛΣΙΟΥΣ υπό ιτιά.

Et voilà, voilà voilà

ΤΟ

                  ΚΑΒΛΕΡΟ
                                                ΧΡΩΜΑ



Η αναζήτηση της έκπληξης φωλιάζει σε χαρτιά βαθειά χωμένα

στον κώλο κάποιου ποντικιού

Όχι δε βρίσκεται αλλού

Αυτόματα και πικραμένα θα σας πληροφορήσει ο καθένας,

Και τα ηφαίστεια της γνώσης ξερνάνε πόθους
Και βαθυστόχαστους προσκόπους

Μια δροσερή ανάμνηση η μόνη από ένα μοναχικό καλοκαίρι που γάμησε την άσφαλτο ένα ουράνιο καβλί,


Και για όσους δεν κατάλαβαν



cadavre super garanti
Hyperoptic, 2011



και για τους πολύ στόκους


un truc de ouf cadavre qui t'emmerde
Hyperoptic, 2011



και για τους τελείως ηλίθιους, τους μπετόβλακες χωρίς μοίρα στον ήλιο

Subliminal messages
Hyperoptic, 2011









Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

Η θανάσιμη μοναξιά του Νταρθ Βέηντερ


"Before the decision"
Hyperoptic, 2011


Πάνω σ’αυτό το θέμα που συζητάγαμε σε προσωκρατικό διάλογο τις προάλλες ρε συ Σαρκάστικ είχα να προσθέσω κάτι.
Λοιπόν ξέχνα για λίγο (μόνο για λίγο) το επίπεδο της φυσικής υπόστασης του κόσμου ή το γεγονός ότι ο κόσμος όπως θάλεγε και ο Καστοριάδης προσφέρεται ΚΑΙ ως φυσικό αντικείμενο σε κάποια στιβάδα του.
Πέρα από αυτό ρε παιδί μου.
Το γεγονός ότι ο κόσμος επίσης μπορεί να προσφερθεί (στο μάτι του υποκειμένου, έτσι για να γίνουμε παλιομοδίτες αντιμεταμοντέρνοι να γουστάρουμε) και ως ηθική, δεν είναι να σου φεύγει το κλαπέτο;

Ωου σόρρυ γκάις, μάι κλάπετ τζαστ λεφτ μι.

Δηλαδή άμα αλλάξεις ματογυάλια (και κάτσεις να βάλεις κριθαράκια από άλλα μετερίζια στο μεγάλο γιουβέτσι της γνώσης), θα δεις ότι ενδεχομένως το πιο σημαντικό πράγμα έβερ που έχουμε να λύσουμε ως ανθρώπινα όντα είναι, μια που πέσαμε στον κόσμο like a dog without a bone, an actor all alone, τι σκατά ΠΡΕΠΕΙ να κάνουμε.

Και πρόσεχε διαλεκτική ντρίπλα.

Για όποιον ήδη βαρέθηκε στο άκουσμα της λέξης «πρέπει» και εξεγέρθηκαν να νιτσεϊκά και αποδομιστικά ή ξερω γώ χίππικα γουατέβερ ένστικτά του, το ΠΡΕΠΕΙ θα μπορούσε να πάρει οποιοδήποτε περιεχόμενο, ακόμα και το «ΠΡΕΠΕΙ να κάνεις ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΕΛΕΙΣ», όπως για παράδειγμα αφηρημένα μπορεί να πει κανείς ότι μας λέει η ψυχανάλυση που ανακαλύπτει και καλά τη γνήσια επιθυμία ακόμα κ αν αυτή είναι ο πιο μεγάλος κωλοσαδισμός/μαζοχισμός/ανωμαλάρα/υπερδιαστρόφα.

Οπότε αν σχετίσουμε τοιουτοτρόπως το θέλω με το πρέπει φτάνουμε στην ουσία της πράξης η οποία αν θέλεις κάπου αποτελεί και την έννοια-κολωφώνα-κόλαφο-κωλοτρυπίδι της ηθικής.

Οπότε και αρριβάρουμε αισίως φίλε Σαρκάστικ στο θέμα πράξη και απόφαση.

Αλλά φίλε μου Σαρκάστικ πότε δρούμε με διαφάνεια στην αιτιότητα των κινήτρων μας; πότε μπορούμε να πούμε ότι «αποφασίσαμε» και «κάναμε» κάτι που καταλαβαίνουμε και ελέγχουμε πλήρως;

Ποτέ φίλε Σαρκάστικ. Ποτέ.
Ούτε μία γαμημένη φορά σε όλη μας τη ζωή φίλε Σαρκάστικ.

Και σου λέω άντε καλά όλα αυτά να είναι μαλακίες στην περίπτωση που θες απλά να τρίψεις το ποζιτρονιασμένο μαρούλι που αγόρασες σε ανάστροφη χωροχρονικότητα αφού έκλεισε το σούπερμάρκετ.

Στην περίπτωση όμως που καλείσαι να διαλέξεις αν θα πας με τη σκοτεινή πλευρά της Δύναμης;

Στην περίπτωση που πρέπει να αποφασίσεις με ποιους θα πας και ποιους θα αφήσεις;

Ε τότε είναι σοβαρά τα πράματα.

Και τώρα φίλε Σαρκάστικ θα γίνω Ζίζεκ και θα τσιτάρω το Μάτριξ αυτή την ταινιάρα όπου η προφήτης έλεγε στον εκλεκτό στόκο κιάνου ρηβς που ήταν μπερδεμένος:

1. την απόφαση την έχεις ήδη πάρει (και είχε δίκιο)
2. δεν μπορείς να δεις το μέλλον γιατί δεν μπορείς να κατανοήσεις το παρόν (ή κάτι παρόμοιο που αυτή ήταν η ουσία) (και πάλι είχε δίκιο).

Και τι γίνεται ρε πούστη, θα αναρωτηθεί εν θερμώ ο Υπερόπτικ και μαζί του όλοι οι τραγικοί ήρωες από τον Οιδίποδα ως το Νταρθ Βέηντερ, με αυτή την εκκρεμή στιγμή, όπου σκάνε παντού φωτοβολίδες, έρχονται οι σπαρτιάτες με φωτόσπαθα, σου τείνει ο γκόμενος το χέρι από το τελευταίο βαγόνι του τρένου που ξεκινά, και εσύ νιώθεις ότι αυτό που θα κάνεις τώρα θα καθορίσει τρελά το μετά, θα σώσει τον κόσμο ή θα τον καταστρέψει, και ό,τι άλλο ψυχοπλακωτικό κι ασήκωτο βάζει ο τραγικός μας νους;

Δύο είναι οι λύσεις Σαρκάστικ.

Η πρώτη είναι να ξεγελάσεις τον καιρό. Να πεις δηλαδή, ντάξει το αναβάλλουμε για αύριο. Θα κάνω ότι δεν τρέχει τίποτα. Δε θα πάρω απόφαση ρε παιδί μου.
Αυτή η λύση γαμάει για πάρα πολλούς λόγους, ο βασικός είναι ότι χρησιμοποιείται κατά κόρον και ταιριάζει στην ανθρώπινη φύση μας, και ότι όταν τα διλήμματα τίθενται έτσι σχηματικά ό,τι και να κάνει κανείς πάλι δε θα είναι ευχαριστημένος, οπότε κάτσε να κάτσει η φάση και βλέπεις.
Βέβαια δεν την λες και ακριβώς λύση. Αλλά οκ όλοι νευρωτικοί είμαστε το καταλαβαίνουμε.

Η δεύτερη λύση φίλε Σαρκάστικ είναι να κάνεις ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ.
Αλλά τελείως άσχετο.

Να ξεπαγιδευτείς από τη μαλακία του διπόλου που σε δέρνει και να ξεφύγεις στο διάστημα καβάλα σε έναν ψυχεδελικό βάτραχο με κορώνα, να πας να συναντήσεις το μάστερ γιόντα που την πίνει στο Ναμπού παρέα με τη φυλή των μουλαριών-καλλιτεχνών ΣίσουΜπίτσου, κι εκεί να βρεις την υγειά σου στην τέλεια διασταύρωση ελευθερίας και αναγκαιότητας που λέγεται τέχνη συμμετέχοντας στη δημιουργία της ιριδίζουσας σπηλιάς από μεταφυσικό ζελέ παρέα με τα μουλάρια, τα βατράχια και όποιο φιλαράκι περάσει.

Ήθελα δηλαδή να πω Σαρκάστικ ότι η κατάληξη της ηθικής είναι στην αισθητική ρε συ.
Και ότι η μόνη περίπτωση να δράσουμε ελεύθερα είναι η τέχνη ρε φίλε.
Ε;

Dreadfully simple! woohooo
Hyperoptic, 2011




Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

έτσι μια μελαγχολία...


Ο μπομπ ο γαμιόλης δε μιλιότανε σήμερα. Τι του πρότεινε ο Μπάτρικ πρωινή πιπούλα, τι του βούτηξε τις τηγανίτες στη βότκα και τις σέρβιρε στον κώλο του για πιο κίνκι, τίποτα. Μιλιά. Σφίγγα. Μουγγοθόδωρος.

- τι σκατά έχεις ρε Μπομπ γαμώ το μουνί που σε γλίστραγε; απήυδησε κάποια στιγμή ο κακομοίρης ο μπάτρικ.
- τι νάχω ρε μπάτρικ, έχω μελαγχολήσει, είπε υποτονικά ο μπομπ σκαλίζοντας ανόρεχτα ένα πουτσάκι πάνω στις τηγανίτες με το μαχαίρι.
- γιατί ρε μπομπ; μπορεί να είσαι γαμιόλης αλλά τουλάχιστον κατάθλας δεν ήσουνα ποτέ. Γιατί ρε μαλάκα τι έγινε; ρώτησε ανήσυχος ο μπάτρικ.
- τι να σου πω ρε μπάτρικ, νομίζω ότι δε στέκομαι καλά κοινωνικά.
- τι εννοείς ρε λεχρίτη;
- εννοώ ρε παπάρα ότι νιώθω χάλια γιατί μου φαίνεται ότι ο κόσμος πάει σκατά ρε.
- ποιος κόσμος ρε στόκε; ο κόσμος γενικά το σύμπαν κι έτσι; σιγά ρε μαλάκα ποιος χέστηκε για το σύμπαν, και ποιος είσαι εσύ ρε στο κάτω κάτω για να κρίνεις τον κόσμο ρε ρεμάλι που δεν έχεις σηκώσει μια φορά το χέρι σου να με βοηθήσεις να ξεκολλήσω ένα τυροπιτάκι από το ταψί και ξαφνικά απέκτησες και συνείδηση μαλάκα;
- μη μου μιλάς έτσι ρε Μπάτρικ. Είναι σοβαρά τα πράγματα.
- καλά με συγχωρείς, μαζεύτηκε ο μπάτρικ.
Ο μπομπ με κενό βλέμμα άρχισε να χαράζει τα χύσια που θα έφευγαν από το πουτσάκι στις τηγανίτες.
- τι να σου πώ ρε μπάτρικ… άρχισε μονότονα. Δεν την παλεύω ρε. Σαν να έχασα την όρεξή μου για τα πάντα, σαν να με άγγιξε η συμπαντική ξενέρα. Δε βρίσκω νόημα ρε παιδί μου.
- γιατί ρε μπομπ; ρώτησε ο μπάτρικ με αγωνία. Φταίνε τα ακροδεξιά στοιχεία στην κυβέρνηση φρανκεστάιν που σου τη σπάσανε;
- μπορεί κι αυτό ρε μπάτρικ. Αλλά τι να σου πω… με όποιον μιλάω, μια μαλακία, ένας συντηρητισμός γαμώ το κέρατό μου δηλαδή. Ούτε να τον αρπάξει πλέον δεν έχει όρεξη ο κόσμος. Δε βρίσκω νόημα ρε μπάτρικ. Δε βρίσκω νόημα.
- επειδή δε σου κάθονται αρπαχτές; γιαυτό είσαι νταουνιάρης ρε παπάρα; τα πήρε ξαφνικά ο μπάτρικ και γυάλισε το μάτι του.
- ρε μαλάκα πότε θα καταλάβεις ότι υπάρχει ένα μπίγκερ πίκτσουρ ρε αρχίδι; μπορεί εμένα να μη μου κάθονται αρπαχτές, αλλά και παλιά δε μου καθοντουσταν και δεν έκανα έτσι. Θυμάσαι τότε που είχα βάλει κιλά και δε μου έκανε το τετραγωνοπαντελόνι μου και έβγαινα έξω με το μπουρνούζι του θείου σου του θόδωρα; εκείνο που είχες ξεράσει πάνω του πέρσι τις απόκριες; το πράσινο; με την πεταλούδα;
- ε ναι τι;
- ε ούτε τότε μου καθότανε τίποτα. Αλλά το πάλευα ρε μαλάκα. Τώρα…
- τώρα τι;
- ε τώρα μου φαίνεται σα να μη μου αξίζει ρε παιδί μου να χαρώ, πώς να στο πω.
- ε και τι θα γίνει τώρα ρε μπομπ; θα καθόμαστε να κλαίμε τη μοίρα μας επειδή νταουνιάστηκες κοινωνικά;
- όχι ρε μαλάκα. Έχω κάτι να σου πω.
- τι ρε μαλάκα;
- θα φύγω ρε.
- πού θα πας ρε;
- θα φύγω απ’το σπίτι, απ’την πόλη, τι να σου πω θα φύγω.
 - και πού θα πας ρε άρρωστε;
- δεν ξέρω. Θα κοιμάμαι στους δρόμους. Νιώθω σκατά ρε μαλάκα μα τω θεώ σου λέω, μου την έχει δώσει ρε συ, θα πάω να κοιμάμαι εκεί που στήνουνε σκηνές αυτοί οι τσαντισμένοι πώς τους λένε.
- ντόιόιόιόιόιόινγκ, έκανε ο μπάτρικ αποσβολωμένος. Θα πας να κάνεις επανάσταση ρε;
- ξέρω γω ρε μαλάκα; κάτι πρέπει να κάνω. Θα πάω να δω τι παίζει. Μπορεί να είναι και μαλακία, αλλά έχω πιάσει πάτο ρε φίλε. Δηλαδή είμαι στο επίπεδο να πετάω πέτρες μπας και νιώσω κάτι.

Ο Μπάτρικ σώπασε σκεφτικός.

- ε ναι εντάξει απ’ότι λένε υπάρχει πρόβλημα. Απλά τι να σου πω ποτέ δε με έψησαν οι μαζώξεις τα μπάχαλα κι αυτά. Και στο κάτω κάτω ρε μπομπ άμα τα κάνανε όλοι αυτά ποιος θα δούλευε ρε;
- εσύ ρε ηλίθιε θα δούλευες. Αφού θα δούλευες δε θα δούλευες; τα πήρε ξαφνικά ο μπομπ. Αφού είσαι στοκάδι μέγιστο ρε και δε νιώθεις και τώρα αποδεικνύεται ότι η μεγάλη σου ευαισθησία είναι για τον πέο, που γαμιόλη με ανεβάζεις γαμιόλη με κατεβάζεις ηλίθιε. Εμένα με διάβρωσε η κρίση ρε χλέμπουρα, κοίτα με, ένα ανθρώπινο ράκος έχω γίνει ρε μαλάκα, θα πάω να διαμαρτυρηθώ ρε, θα δεις, και θα έχω δίκιο, και θα με δεις και θα λες συγγνώμη ρε. Συγγνώμη θα λες.
-  γιατί να πω συγγνώμη ρε ρεμάλι; επειδή θα δουλεύω για να τρως ένα κομμάτι ψωμί να κάνεις την επανάσταση στις πλάτες μου ρε αρχίδι; που κανονικά πρέπει να σ’αφήσω νηστικό να δω τι επανάσταση θα πας να κάνεις μαλάκα. Ε μαλάκα, τα πήρε ο μπάτρικ. Δε θα τη φας τη δεύτερη τηγανίτα; ρώτησε έπειτα πολιτισμένα στο άσχετο.
- θα τη φάω μωρέ, απλά τη γυροφέρνω λίγο, έκανε ο μπομπ ξαφνικά χαλαρός.
- καλά κοίτα, λέω να κάνω κανένα σάντουιτς. Άμα είναι να πάμε να διαδηλώσουμε τουλάχιστον να έχουμε τίποτα να σαβουρώσουμε.
Ο μπομπ έριξε μια μικρή ματιά στον μπάτρικ και ξαναγύρισε στο χάραγμα του πουτσακίου της τηγανίτας που πλέον είχε αποκτήσει τρισδιάστατο εφφέ προοπτικής με λεπτομέρεια στην τρίχα pun intended.
- δηλαδή θα ρθεις κι εσύ; ρώτησε ο μπομπ ψιλοαδιάφορα τάχαμουδήθεν τον μπάτρικ.
- ε ναι ρε μπομπ δε γαμιέται. Πάμε να δούμε τι να πω. Αλλά πρόσεξε παπάρα μη σε δω να την πέφτεις σε κανέναν αναρχομπούμπουρα γιατί θα γίνει του αριστερού το κάγκελο μαλάκα. Πρόσεξε μόνο αυτό σου λέω.
- ε καλά ρε μαλάκα, άμα παιχτεί τίποτα θα είσαι μέσα ρε, μην ανησυχείς, έκανε ο μπομπ και έσκασε το πρώτο γαμιόλικο χαμόγελο της ημέρας. Θα βάλεις και αυγό στο σάντουιτς;
- αααχ πάντα με ρίχνεις κερατούκλη, άντε ναι θα σου βάλω και αυγό στο σάντουιτς, έκανε τσαχπίνικα ο μπάτρικ και άρχισε να ετοιμάζει φαϊ για την επανάσταση.


"aux bois"
Hyperoptic, 2011


Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

γουάτ γουάτ γουάτ; ή οι ειδήσεις σε ένα λεπτό από τον χάι Υπερόπτικ

Ο Υπερόπτικ ενημερώνει το Σαρκάστικ ότι δουλεύει πάνω σε έναν προσωκρατικό διάλογο που θα δημοσιευτεί προσεχώς (εκτός αν ο Υπερόπτικ το κάψει και κάτσει απλά να δει βίσση) αλλά στο μεταξύ τσίμπα ένα χεχεχε κοκτέιλ πάρτυ κουτσομπολιό που συνδυάζει μόδα και επανάσταση:
λέει ότι ο γιος της Βίβιαν Γουέστγουντ πηγαίνει στην επανάσταση εδώ στο Λονδίνο και κατασκηνώνει σαν απλός διαδηλωτής με τους απλούς διαδηλωτές, και λέει είναι ατομάρα και τέτοια, ψιλοφρικιό με την καλή έννοια, οπότε όποιος ήθελε να τον γνωρίσει ευκαιρία είναι να πάει να διαδηλώσει κιόλας.

κατά τα άλλα μια που γίναμε επικαιρικοί επικαιρικοί επικαιρικοί λέει γεννήθηκε τρισχαριτωμένο πάντα σε αιχμαλωσία σε ζωολογικό πάρκο της γουαδελούπης, και η έξοδος των εκδρομέων προβλέπεται να αδειάσει το καλάθι της νοικοκυράς καθώς η θερμοκρασία κρατιέται καλά για τα χρόνια της σε κανονικά για την εποχή επίπεδα.

αυτάααααα

τούμπες τούμπες χαιρετούμπες από το λονδρέζο Υπερόπτικ που πλέον αγόρασε κόκκινο λεωφορείο μπρελοκάκι που δεν είχε σοβαρό μπρελόκ τόσο καιρό.


κολοκυθόλιθος του 3ου μΧ αιώνα που εθεάθη να επιστρέφει από τον κόσμο
των ψυχών ώστε να στοιχειώσει με τρόμο τα όνειρα των μικρών παιδιών που
λατρεύουν τους χέλλογουην.
Υπερόπτικ, 2011



Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2011

αφογευματινό θριπάκι


Καθώς προσπαθούσε να ηρεμήσει τα παγωμένα του δόντια ο Υπερόπτικ σήμερα στο πάρκο, βυθίστηκε ανεπανόρθωτα σε μια άκυρη ψυχεδέλεια που έσκασε την πιο απρόσμενη στιγμή.
Μια οπτική απάτη ήταν που τον έκανε να δει, στα φωτεινά νερά ενός μακρινού σιντριβανιού ανάμεσα στα δέντρα, ένα αιθέριο ξάγναντο όπου ουρανός και θάλασσα θα μπορούσαν να είναι ένα κι από όπου αν έφτανε κανείς να κοιτάξει ποιος ξέρει μέχρι πού θα έφτανε το μάτι του.
Μέχρι πουθενά, κατάλαβε ο Υπερόπτικ όταν η πύλη του φωτός έκλεισε μαζί με τα σιντριβάνια.
Ααααχ αυταπάτες, αυταπάτες φίλε μου, δεν υπάρχουν κρυστάλλινοι λιμένες πρωτοϊδωμένοι πίσω από την παγωμένη ομίχλη, είπε και γύρισε να αφουγκραστεί τον τρελαμένο του φιλαράκο τον Γκυ ντε Μωπασάν, ο οποίος έσκαγε τόση ώρα να του περιγράψει πώς
Η τεράστια κοσμική πεταλούδα σαν εύθραυστο λουλούδι μεγάλη όσο εκατό σύμπαντα πέταγε από αστέρι σε αστέρι για να το τυλίξει στην αναζωογονητική πνοή της πάνω από λαούς που την περίμεναν εκστασιασμένοι και το διανοείσαι; δεν υπάρχουν μόνο αυτά που βλέπουμε υπάρχουν άλλα τόσα πολύ περισσότερα δηλαδή που δε βλέπουμε, ας πούμε υπάρχουν οι καμήλες, οι ιπποπόταμοι, ωραία κομψά ζώα, και γιατί να μην υπάρχουν κι άλλα μεγάλα αόρατα όντα που κυκλοφορούν ακροπατώντας ανάμεσά μας και ψελλίζουν πράματα σε ανώτερες συνειδησιακές σφαίρες; γιατί μόνο αέρας νερό γη φωτιά κι όχι εκατομμύρια άλλα στοιχεία;  και γιατί να μην υπάρχουν τεράστια λουλούδια που με το άρωμά τους γεμίζουν ολόκληρες χώρες; και σχήματα και ομορφιά και κίνηση που κανένα μάτι δεν μπορεί να δει; ε;
Έλα ντε; γιατί; αναρωτήθηκε ο Υπερόπτικ και ξαναπροσπάθησε να φέρει πίσω την παραίσθηση της φωτεινής πύλης πίσω από τα δέντρα, μάταια όμως, αφού το σκοτάδι πλησίαζε και τα χρώματα άρχιζαν να εγκαταλείπουν το πάρκο.


ο φίλος Γκης δε Μωπασσάν σε ένα από τα ψυχεδελικά του
κουστούμια
Υπερόπτικ, 18οο τόσο




Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2011

Εκπαιδεύτε τα κοινά σας! χορεύτε! ελαααααααάιντεβάιβάιβάι


Να γράψει ή να μη γράψει ο Υπερόπτικ; κι αν γράψει, για τί να γράψει;
Ας γράψει λοιπόν για το μεγάλο ναι και το μεγάλο όχι.
Ντεμί τσιβιλικοσατιρίζοντας καφαβοκεντρικά την επικαιρικότητα, αν υποθέσουμε ότι υπάρχει κάτι τέτοιο στο οποίο μπορούμε να πιστέψουμε, ντεμί αναρωτώμενος τω όντι ναι τω όντι για το πραγματικό νόημα των μεγάλων ναιν και των μεγάλων όχινες.
Και πάμε στο πρώτο επίπεδο. Η ουσία.
Μία είναι η ουσία. Το μεγάλο ναι είναι το ξεπούλημα, το μεγάλο όχι είναι η αξιοπρεπής, έντιμη δύσκολη ακανθώδης θυσιαστική μεγαλοπρεπής υποσχόμενη κάτι στερητικά αποκτημένο αλλά γαμιστερό τουλάχιστον σε κάποιες ανώτερες σφαίρες που μπορεί να μην είναι αυτό που ο μέσος μαλακομικροαστοσυσμβιβασμένος τύπος κυρ παντελής θα ενέκρινε ως αναγκαστικά σωστόν και εφικτόν, ουφ, απόφαση.
Από αυτά δεν μπορεί να βγάλει καμία αντιστοιχία κανείς για τα επικαιρικά.
Ο Υπερόπτικ δεν τολμάει καν.
Αν αποπειρώτανε ή αποπειρώσαντο οι απολίτικοι και πολιτισμένοι εαυτοί του μέσα του να πούνε κάτι για τη σύνδεση την παραπάνω, μάλλον θα παίρναμε παράταση κανένα δίμηνο να το ξανασκεφτούμε αν έχει νόημα να ρωτάμε.
Αυτό όμως θα ήταν μαλακία.

Ένιγουέη αυτά από τον συνειδητοποιημένο Υπερόπτικ.

Ο χαλαρουίτας Υπερόπτικ σας προτείνει να ερμηνεύσετε ψυχανεμισμένα τα τεκταινόμενα και ειμαρμένα, αλλά να ζήσετε γεμάτοι μπρίο, να μην περάσετε απ’το ταμείο, να θεωρήσετε ξανά το βίο, να κακκαρίσετε με το λοφίο, να λοιδωρήσετε το εκμαγείο.


Αγελαδόλιθος του 1ου πΧ αιώνα που συνελήφθη να απειλεί
χλιδέμπορα στη διασταύρωση των οδών όξφορντ στρητ και
Τσάρινγκ Κρος.  
Υπερόπτικ, 2011 

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

ποιος ξέρει, ποιος ξέρει.



Μέσα στο μυαλό του έβραζε μια κατσαρόλα όπου κάθε μικρή φουσκάλα ανέδυε κι έσβηνε μια συνείδηση ανάλογα με τη θερμότητα με την οποία κάθε ιδέα έμπαινε σε μικροκινητικότητα.
Υπήρχαν μέρες που το μυαλό του ήταν σα μια άγονη έρημος όπου τρίζανε τα μοναχικά σαλούν στην άκρη του κόσμου και καβαλάρηδες με ξηροστομία κατέβαζαν σκονισμένοι άθλιο ουίσκι μετά την κάθοδο από τους αλμυρούς λόφους.
Τις τελευταίες μέρες πάντως το μυαλό του Υπερόπτικ έμοιαζε με νιφαδες χιονιού.
Άσπιλες άμωμες και άφαντες με το που άγγιζαν κάθε ιδέα, θαρρείς κι έλυωναν στη φλόγα της σαν το πιο ελαφρύ νερό.
Το μυαλό του Υπερόπτικ δεν υπήρχε, ήταν έξω από αυτόν, διάχυτο παντού, σαν υδρατμός που κολλάει το ίδιο στη νοτισμένη σακούλα σκουπιδιών και στο τακούνι μιας μάταιης γκόμενας που γυρνάει χαράματα σκοντάφτοντας στο πεζοδρόμιο με κόκκινη φούστα.
Ω τι λαογραφικός που γίνομαι τέτοιες ώρες, μονολόγησε ο Υπερόπτικ καθώς καθόταν να τα πιει μόνος του σα γνήσιος ελβετός, βάζοντας το κονιακάκι που είχε ορεχτεί στην κατάλληλη θέση να βολεύει ώστε κινήσεις εκτός του άξονα να αποφευχθούν στρώνοντας το δρόμο για το διηνεκές μιας τέλεια και απολαυστικά βολευτικής θέσης στον καναπέ με τα μαξιλάρια από τραγανιστά άνθη λεμονιάς βουτηγμένα σε κουρκούτι γκοφρέτας.
Το μυαλό μου, το μυαλό μου… τι θα μπορούσα να πω για να σας ξεναγήσω στο μυαλό μου… αναρωτήθηκε ο Υπερόπτικ ρουφώντας μια γερή από το πούρο αβάνας που πάντα καπνίζει σε τέτοιες εγωκεντρικά αναλυτικές φανταστικές συνεντεύξεις.
Χα… και ποιος μπορεί να μπει στο μυαλό του άλλου… εκτός αν είσαι ο Τσομ Γκάλκοβιτς, έλαμψε ξαφνικά μια λάμπα «στο «μυαλό» του Υπερόπτικ».
Ο Τσομ Χάλκοβιτς… μανούλα σε επειχειρήσεις μυαλουδικής ανασυγκρότησης και ο πιο γνωστός ύποπτος του Εφ Μπι Αι για περιπτώσεις υποκλοπής ντατακεντρικών ηλεκτροδίων.
Αν υπάρχει ένας άνθρωπος που μπορεί να μου κάνει ντιφράγκμεντ και να μου το ξαναστήσει όπως πρέπει, αυτός είναι ο Τσομ.
Και μόνο ο Τσομ.
Τι τύχη να τον γνωρίζω, ο Τσομ κι εγώ υπηρετήσαμε μαζί κάποτε σε σχολείο για νεαρούς τσέντλεμεν με κλίση στην οικολογία.
Αρκεί να σηκώσω το ακουστικό, να σχηματίσω το νούμερό του και…
- ομιλείτε παρακαλώ. Έκανε μια επίσημη φωνή.
- χέι τσομ. Υπερόπτικ εδώ. Επείγουσα υπόθεση ανασυγκρότησης στο Λονδίνο. Βοήθα τον παλιό σου φίλο να συγκροτήσει το γίγνεσθαί του και κέρδισε εκατομμύρια. Χαχα. Πλάκα κάνω Τσομ, είπε ο Υπερόπτικ με βαριεστημένη ρομποτική φωνή. Κοίτα να δεις Τσομ, συνέχισε, έχω θέμα. Θέλω το παυσίπονό μου τώρα, κάνε γρήγορα να σταματήσει ο πόνος, τίποτα δεν κάνω που ν’αξίζει, τίποτα δε βρίσκεται να μ’αρέσει, βοήθα με από της απαστράπτουσας αρχιτεκτονικής χακεριάς σου το μετερίζι να κάνω στη ζωάρα μου κάτι που να αξίζει.
-οκ Υπερόπτικ έκανε ο Τσομ αναλαμβάνοντας πλήρως την κατάσταση. Έχω για σένα δέκα πράγματα που θέλω στο καθένα να κάτσεις να σκεφτείς πάρα πολύ εικονικά και ακριβώς την εικόνα. Θέλω καθώς τα διαβάζεις να γίνεις η κάθε λέξη. Με τη σειρά. Είναι σημαντικό. Δες το σαν εφαρμοσμένο βίττγκενστάιν για σάχλες νιουέητζ με ανατολίτικες προσλαμβάνουσες. Μπορεί να μη σου πει τίποτα, μπορεί και να βοηθήσει, μπορεί να σου δώσει και τα πάντα, μπορεί και να σε γαμήσει.
- ακούω.

1. η στιγμή είναι σημαντική. Όχι με ποιον είσαι, όχι τι κάνεις, όχι που θα πας μετά, μόνο αυτά που σκέφτεσαι και νιώθεις πάνω στη στιγμή.
2. σκέψου πως η στιγμή είναι ένα ξερό κλαδί τέλος φθινοπώρου.
Πάνω της κάθονται φτερουγίζοντας δύο κόρακες.
3. ο πρώτος κόρακας που θα κάτσει θα λυγίσει λίγο με το βάρος του το κλαδί. Το κλαδί θα κλυδωνιστεί. Αλλά δε θα σπάσει.
Η στιγμή αντέχει ακόμα το γεγονός.
4. ο δεύτερος κόρακας κάθεται πάνω στο κλαδί. Στην αρχή το κλαδί λυγίζει παραπάνω, κάνει μια ταλάντευση.
5. το κλαδί πρόκειται να σπάσει.
6. και τα δύο κοράκια εγκαταλείπουν το κλαδί πετώντας.
7. το κλαδί δεν είναι ούτε σπασμένο ούτε γερό.
8. με τον πρώτο άνεμο που φυσάει, το κλαδί σπάει και φεύγει μακριά.
9. η στιγμή δεν είναι το κλαδί.
10. Η στιγμή είναι το βλέμμα που στρέφεται στο κλαδί.


Χέι Τσομ…
Ευχαριστώ παλιόφιλε. Μερικές φορές αυτό που χρειάζεται ν’ακούσει κανείς δεν είναι παρά αυτό.
Είπε ο Υπερόπτικ.

και μέσα στο μυαλό του ένας τεράστιος νερόμυλος γύριζε κλαγγίζοντας τα νερά που άφριζαν με χιλιάδες μπουρμπουλήθρες, κάθε μπουρμπουλήθρα ήταν μια μικρή ενσυνειδησιακή απόχρωση που ενωμένη με χιλιάδες άλλες έτρεχε ορμητικά να αντιμετωπίσει το τέλος της σαρώνοντας πέτρες, χαλίκια, την κοίτη του ποταμού, σκάβοντας τα βράχια με ταχύτητα τεράστια για να φτάσει σε εκείνη την άκρη που υπόσχεται το τελευταίο βίγλισμα, την τελευταία ταλάντωση πριν η βαρύτητα τη συλλάβει στο πιο κάθετο αποτρόπαιο συναρπαστικό υποχρεωτικό κι ανάλαφρο ταξίδι προς τη συντριβή σε άλλον ένα πάτο που, ποιος ξέρει, μπορεί ποτέ να μην είναι ο τελευταίος.


"[...] από τα πιο σπάνια φωτογραφικά ντοκουμέντα της 
εποχής που απεικονίζουν τμήμα του συστήματος αρχειοθέτησης.
Διακρίνεται μάλιστα μια σκιά στην κάτω αριστερή άκρη που
εικάζεται ότι είναι το ίδιο το χέρι του χαλβαδόπιτα κρόνο"
                                Υπερόπτικ, 2011

Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2011

the academic resurrection of bomb gamiolis


Ο μπομπ ο γαμιόλης ξύπνησε σήμερα με έξτρα κέφι στην παιδική καρδιά του, και έξτρα όρεξη για λουμπένιασμα επίσης.

Ετοίμασε δυο μεγάλες τηγανίτες που τις πασάλειψε με μαρμελάδα βερίκοκο, έφτιαξε μια καφεδάρα δύο μέτρα και άραξε στο παράθυρο να την πιει χαλαρός, πριν ξεκινήσει για τη βιβλιοθήκη.

Όσο οι μαρμελάδες έβρισκαν φιλόξενη θέση στις σφουνχαρένιες μαγουλήθρες του, στην παιδική ψυχή του μπομπ γαμιόλη οι πεταλουδίτσες της δημιουργικότητας έσκαγαν μιλιούνια από τα φιλντισένια κουκούλια όπου τις είχε εγκλωβίσει ένας βαρύς χειμώνας συγγραφικής ανομβρίας.

Λες; λες αυτό να είναι το τέλος των ισχνών αγελάδων; ρώτησε ο μπομπ ο γαμιόλης τον Μπάτρικ τον αστερία όταν ο τελευταίος σηκώθηκε στραβωμένος ξύνοντας την τριχωτή χοντροκοιλάρα του. Λες να ξαναβρήκα την έμπνευσή μου; κάτι άλλαξε, το νιώθω! Και πετάρισε τα ματάκια του χιλιάδες φορές, θαρρείς και κάθε πετάρισμα έδιωχνε ξεσκονίζοντας λίγη αστροσκονίτσα από το μεγάλο βιβλίο της γνώσης που ο φομφ ήταν πια έτοιμος - το ένιωθε - να ξανανοίξει. Χέι Μπάτρικ, είμαι έτοιμος να γράψω, το νιώθω! Μήπως θες καμιά τηγανίτα;

Άντε κατούρα τις τηγανίτες που έχω στον κώλο μου, χέσε πάνω και βάλτες στ’αυτιά σου, γκρααααααααααααα είπε ο Μπάτρικ με τη μπάσα χυδαία φωνή του, και ρεύτηκε κλάνοντας την ίδια στιγμή χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει τον φομφ, που η καρδούλα του έγινε χίλια μικρά αστραφτερά πρισματόμορφα κομματάκια κρύσταλλο που έλαμψαν με μυριάδες δακρυάκια σε όλες τις αποχρώσεις του ουράνιου τόξου.

Γιατί ρε Μπάτρικ γαμώ το κέρατο που σε γάμαγε; γιατί ρε μου μιλάς έτσι ρε παχύδερμο; ρώτησε ο κακομοίρης ο φομφ ξαναπεταρίζοντας τα ματάκια του λίγο πιο έντονα, αυτή τη φορά για να δηλώσει ένα αδιόρατο εκνευρισμό.

Γιατί ρε γαμιόλη μπομπ ξέρεις πολύ καλά γιατί ρε. Γιατί μούχεις φάει τη ζωή. Μπάσταρδε μαλακοπίτουρα. Είπε ο Μπάτρικ ξύνοντας την κωλοχωρίστρα του με την ασημένια σπάτουλα που πριν λίγο χρησιμοποιούσε ο μπομπ για να βγάλει τις τηγανίτες από το ομώνυμο τηγάνι.

Άντε και γαμήσου ρε κωλομαλακιστήρι τελειωμένο. Πάω στη βιβλιοθήκη ρε σκατοπαπάρι και δε θα γυρίσω πριν τις 8. Κανόνισε να κάνεις καμιά δουλειά άχρηστο ρουφοκαβλέτο αλλιώς θα σε σαπίσω στις ανάποδες όταν γυρίσω. Και για φαί σήμερα θέλω σπανακόπιτα. Κατάλαβες μουνί της λάσπης; σαπιοκοιλιά; ρώτησε ο μπομπ το σύντροφό του για να είναι βέβαιος ότι δεν υπάρχει καμία παρανόηση τόσο στο θέμα του ωραρίου όσο και του φαγητού - που…τύχαινε να είναι και το αγαπημένο του ίδιου του Μπάτρικ.

Δεν είμαι σκλάβος σου ρε χλεμπονιάρικο μαλακιστήρι, έκανε ο Μπάτρικ και άρχισε να βγάζει τις μύξες του με την άκρη του σατέν πουκάμισου του αγαπημένου του μπομπ. Παρόλα αυτά εντάξει για τη σπανακόπιτα. Κι εγώ την έχω πεθυμήσει κιτρινιάρικο σίχαμα, έκανε έπειτα ρίχνοντας ένα φακελάκι τσάι ταρχίλινκ σε μια κούπα με βραστό νερό.

Έγινε λοιπόν. Άντε τα λέμε το βράδυ μαλακοπιτουρένιο πουστάκι, είπε ο μπομπ και έφτυσε μέσα στο τσαγάκι του συντρόφου του για να δώσει μια τελευταία πειραχτική πινελιά πριν την κάνει.

Οκ μαλάκα με περικεφαλαία, είπε ελαφρά ενοχλημένος ο Μπάτρικ ξαναβάζοντας νερό στο βραστήρα γιατί η χλέμπα του μπομπ δυστυχώς περιείχε ίχνη από ξηρούς καρπούς, φιστίκια και σπαστική μαλακισμένη ενόχλα, και ο Μπατρικ ήταν αλλεργικός στα φιστίκια.


il dromo per la gnosi
Hyperoptic, 2011

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

Άσμα ηρωικό κι ανεύθυνο για τη μελαγχολία της ενηλικίωσης


Ο Υπερόπτικ μπορεί να μην το λέει παραέξω αλλά περνάει γερό υπαρξιακό ταράκουλο.
Παλινδρομώντας ανάμεσα στη μελαγχολία μιας μαντάμ μποβαρύ και στο λουμπένιασμα ενός μπομπ γαμιόλη, ήρθε η ώρα να το αναγνωρίσει πως έχασε τ’αβγά και τα πασχάλια.

Και ήρθε η ώρα ο Υπερόπτικ να το παραδεχτεί κι αυτό, πως το λουμπένιασμα είναι κάργα θελκτικό.
Πως μία αίσθηση εαυτού, πάντοτε βρίσκεται αυτού, εκεί που βράζει η τσαντίλα κι ο θυμός,
Και η ποταπή η κατινιά, δρόμους σου στρώνει ξαφνικά, εκεί που λες θέλω τερτίπια δανεικά
Για να με πάρουν σοβαρά, για να φερθώ με σιγουριά, όταν δε φτάνουν συνταγές κι ιδανικά
Στο μεσοδιάστημα, στην πράξη, για να φανείς ψιλοεντάξει καμιά φορά ρέπεις και πέφτεις χαμηλά
Από την άλλη είσαι νορμάλ, ποιος περιμένει απο σένα να υψιπετάς εμπνευστικά όλη την ώρα;
Εδώ και χρόνια το προβλέπαν, πως όταν βολευτείς κι εσύ, θα σου κοπεί για τα πετάγματα η φόρα
Το τρίτο το σκαλί που τρίζει, και το ντουλάπι που ραγίζει, το θερμοσίφωνο που μάλλον δε δουλεύει
Κι άλλες δυο τρεις διαδικασίες που πρέπει με αυθαιρεσίες να υποκριθείς πως είσαι αυτός που τις παλεύει
Γιατί όποιος είχε ένα κενό, κι ώρες για κάψιμο σωρό, αν ζευγαριάσει παντρευτεί και λουμπενιάσει
Λύνει αμέσως στο φτερό του ρόλου το υπαρξιακό, τσιμεντοένεση στου εαυτού τη βάση

Και λογικά ο Υπερόπτικ είναι αυτός που τώρα χώνει το μανιφέστο του για τη γαματοσύνη
Και ο Σαρκάστικ σιγοντάρει και προβλεπόμενα ποντάρει στην επανάσταση που και τους δύο ψήνει
Μα οι μεγάλοι οι παιάνες, αναρωτιέται ο Υπερόπτικ, πώς θα μπορούσαν τη ζωή να προσεγγίσουν;
Και τόσα πύρινα λογάκια του μπομπ γαμιόλη την ψυχούλα με άνω θρώσκοντα καλούδια να γεμίσουν;

Μήπως πρέπει να θυμηθούμε τον Κωνσταντίνο τον Καβάφη που έλεγε «όσο μπορείς» μη γίνεσαι μαλάκας;
Μήπως αντί για μανιφέστα πρέπει να χώσουμε τα ρέστα να καταλάβουμε της ύπαρξης τη φάκα;
Μήπως το ίδιο το σουμπλίμ βρίσκεται πάντα στο μικρό, στο ποταπό λεπτομερές αντιδραστήριο
Όπου η μπόχα της ζωής εργάζεται λεπτομερής για να μας κάνει υποφερτό το καθαρτήριο;

HEY!!! hey hey wow wow
Για καθίστε ρε παιδιά
Ο Υπερόπτικ ξαφνικά
Καταλαβαίνει ότι χρειάζεται χαστούκι
Απολογία στη μιζέρια
Από τα ίδια του τα χέρια;
Κάλλιο λοβοτομή να κάνει με παλούκι

Κι αν είμαστε νευρωτικοί, και ψιλοκόμπλες, μερικοί, κι αν το ψειρίζουμε και το ψιλογαμάμε
Στου μπομπ γαμιόλη την αυλή και στις μαντάμ της μποβαρύ, κι αν πού και πού εκεί τις ώρες μας περνάμε
Στο χέρι μας είναι ρε παιδιά να φάμε όλοι ομαδικά μία φλασιά έτσι χοντρή ξεγυρισμένη
Να την ακούσουμε γερά και να χωθούμε στα βαθειά, να δούμε τι σκατά εκεί μας περιμένει
Και να μη χάσουμε ποτέ ωρέ Σαρκάστικ αδερφέ από το μάτι την καφρίλα και την πλάκα
Τα γέλια και τα ιδανικά που κάποτε ρομαντικά ορίσανε για μας το αντίθετο του μαλάκα (φριστάιλ)

Οπότε συνοψιστικά ο Υπερόπτικ τελικά επικαλείται μέσα του τον βιτζιλάντη
Που της μιζέριας είναι οχτρός, της μαλακίας τιμωρός, καπάτσος πιότερο κι από την κάντυ κάντυ
Πείτε μας μεγαλομανείς, κολληματίες, διαφανείς, πείτε μας ονειροπαρμένους ναρκισσούμπες
Αλλά ρε φίλε το σουμπλίμ δεν το μετράς με προσοχή, σκάει μονάχα αν οι ιδέες κάνουν τούμπες

Γιαυτό προτείνω ρε παιδιά καθώς αλλάζει η εποχή να αλλάξουμε κι εμείς ωραία με λαρτζίλα
Κι αυτόν το χρόνο το γαμίδη να τον φορέσουμε στολίδι και να γουστάρουμε χωρίς καμιά ξυνίλα

… κι ο Υπερόπτικ ακουσμένος και πλέον καταπορωμένος πιάνει να πιει μια London pride παγωμένη
που στην υγεία των συντρόφων στης αλσατίας την οδό, από τα ένδοξα λονδίνα την κραδαίνει…

cheers, queers!
Hyperoptic, 2011

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2011

μπομπ ο γαμιόλης


Μετά την ώθηση που πήρε ο Υπερόπτικ από το Σαρκάστικ στο θέμα της ΑΝΑΖΗΤΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΜΜΕΝΟΥ CHRONO, άφησε τον εαυτό του ελεύθερο, χαλάρωσε και τό καψε σαν να μην υπάρχει αύριο.
Ο καμμένος CHRONO οδήγησε τον Υπερόπτικ στις στατιστικές της ομώνυμης υπεροπτικοσαρκαστικής μπλογκάρας και στις λέξεις κλειδιά που φέρνουν πελάτες.

Και ο Υπερόπτικ κάνει αυτό το ποστ για να ποτίσει με φόρο τιμής αυτόν τον άνθρωπο που στο γκούκλε πάτησε «μπομπ ο γαμιόλης» και μπήκε εδώ.

Γι’αυτόν τον υπεργκούγκλερ ο Υπερόπτικ θα γράψει ΤΩΡΑ ποστ με θέμα το μπομπ το γαμιόλη, θα αναλύσει υπεροπτικά και δίχως έλεος πόσο γαμιόλης είναι ο μπομπ, πόσο τον παίρνει από κάθε τρύπα και γουστάρει, πόσο ποταπός τελειωμένος και ξεκατινιασμένος μπορεί να είναι ο μπομπ, πόσο ξεφτιλισμένη λούγκρα τον θεωρούν όλοι στη γειτονιά.

Ο μπομπ είναι μεγάλη ψωλαρπάχτρα και αυτό είναι καιρός να το μάθουμε όλοι.

Είχες δίκιο φίλε γκούγκλερ που το έψαξες λίγο παραπάνω.

Και ιδού τα στοιχεία:

Σήμερα δευτέρα, 8:36 το πρωί, ο μπομπ εθεάθη να τον κολατσίζει από τρία άτομα αγνώστου ταυτότητας στο πάρκινγκ πίσω από τους κάδους της ανακύκλωσης. Ο πάτρικ ήταν δίπλα και τράβαγε βίντεο που μετά το ανέβασε στο γιουπόρν ρήαλ τάιμ. Ο μπομπ μόλις τελείωσε η φάση ένιωσε κάπως άδειος και ανικανοποίητος υπαρξιακά οπότε ξεκατινιάστηκε βρίζοντας και χτυπώντας τον πάτρικ ανελέητα. Ο πάτρικ στην αρχή παρουσίασε συμπτώματα μπάτερντ γουάιφ σύντρομ, αλλά μετά πήρε τα πάνω του και έλυωσε στη γκαρίδα περιλούζοντας τον μπομπ με ονόματα όπως «μαλάκα», «αχάριστε» και «γαμιόλη», και κατηγορώντας το μπομπ ότι του έχει φάει τη ζωή.
Ο μπομπ κοπάνησε λίγο ακόμα τον πάτρικ με τη ζώνη που φέρει ως τετραγωνοπαντελονής, έπειτα έξυσε την τριχωτή του μπάκα και έφτυσε τον πάτρικ στα μούτρα για να τον ξεφτιλίσει. Ο πάτρικ έγινε σκουπίδι και κατάλαβε ξαφνικά ότι έχει ανάγκη το μπομπ γιατί αυτή η σχέση αφέντη δούλου του δίνει ταυτότητα, ενώ κατά τα άλλα είναι ένα μηδενικό. Ο μπομπ τόπιασε και ξεφτίλισε λίγο ακόμα τον πάτρικ έτσι για τη φάση, κι έπειτα τον διέταξε να πάει σπίτι να του κάνει παστίτσιο που είναι το αγαπημένο του φαί. Μόλις την έκανε ο πάτρικ, ο μπομπ ξέρασε τ’άντερά του πάνω σε μια καινούρια μπε εμ βε και μετά πήγε προς το καπηλειό για να πιει την πρωινή του μπύρα και να ψαχτεί για καμια αρπαχτή. Στη διαδρομή έβαλε τρικλοποδιά σε τρεις γριούλες που προσπαθούσαν να περάσουν απέναντι, έκλασε στα μούτρα του τυφλού εφημεριδοπώλη, ζωγράφισε πουτσάκια σε τρία στοπ και κατούρησε τα παρτέρια της πλατείας.

Έτσι για να ξέρουμε ποιος είναι ο μπομπ.

η ζωή μου με το μπομπ
Patrick, 2011


Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2011

ο ήλιος του σεπτέμβρη


Και να που ο σκληρός πρωινός ήλιος του Σεπτέμβρη βρίσκει τον Υπερόπτικ να στέκει στη μέση του δωματίου, σαστισμένος ανάμεσα σε δυο ζωές, ενώ προσπαθεί να χωρέσει μια οχταετία σε περίπου δεκαπέντε κούτες.
Τα υπερβατολογικά μαθηματικά στα οποία καλείται να επιδοθεί ο Υπερόπτικ περιλαμβάνουν ασύμμετρες έννοιες, όπως μέρες, χρόνια, ώρες, λεφτά, πράματα, σελίδες, λέξεις, ευκαιρίες, αποφάσεις, τσιγάρα, φορές, βιβλία, διαστήματα, σκουπίδια.
Όλα μετρήσιμα από κάποιον που θα καθόταν να τα μετρήσει, όλα απελπιστικά για κάποιον που νιώθει ανίκανος μπροστά στη στυγνή αφηρημένη επανάληψη που γεννάει τους αριθμούς.
Και παραλύει ο Υπερόπτικ με τον Αριθμό, γιατί είναι θελκτικός μέσα στη δύναμή του, προσφέρεται για αγκιστρωτήρας νοήματος, μαγεύει το ίδιο το ραββίνο, το μπακάλη, το Λακάν, το λογιστή, το μαρξιστή, την κυρα μαλάκω που τσιρίζει το μεσημέρι στη γειτονιά
- 33 χρονών άνθρωπος
- 7 χρόνια τώρα
- 5 δεκάρες
Και οι άνθρωποι συνεννοούνται, και υπογράφουν χαρτιά, και συνεχίζει ο κόσμος, και τα τρένα ξεκινάνε στις 6:45 το πρωί, 1 ώρα πριν εκεί, με 2 βαλίτσες, κι αν κάποιος τολμήσει να σχετίσει τα αδιανόητα μαθηματικά της ζωής σε μια πρόσθεση ημερών, λεφτών, στιγμών, φορών, σελίδων και βαλιτσώνε, θα πει πως πέρασε τη λεπτή γραμμή κατέλυσε το συμβολικό κανόνα και είναι για το τρελάδικο

Ο Υπερόπτικ τον καταλαβαίνει τον τρελό, πολύ καλά, γιατί στη βάση των ατσαλένιων κτηρίων που στέκονται χάρη σε αλγόριθμους και εξισώσεις, βρίσκεται το μηδέν, και το ένα, η συνδιαλλαγή μας με το κενό και την ύπαρξη, κείτεται έτσι δωρεάν κάτω από απτά πρακτικά σοβαρά λογικά στιβαρά πεζά αυταπόδεικτα πράγματα
Και γάμησέ τα, το πιο ηλίθιο βιβλίο φαντασίωσης και συμβολισμού να διαβάσεις για αρχάριους, θά πρεπε να το καταλάβεις, να το έχεις μαζί σου, να το ξέρεις,
Ότι η κατασκευή του διακριτού γίνεται με νυστέρι στην πλάτη του συνεχούς

Αλλά ντάξει, έτσι πάει, καθένας τραβάει τις δικές του χαρακιές, λίγο πιο πέρα λίγο πιο δώθε από τα ήδη χαραγμένα τάστα της κοινής εμπειρίας, μετράμε τους πόνους και τις αγάπες μισό συγκρίνοντας, μισό διαλύοντας τα μέτρα, στεκόμαστε στη βίγλα της δικής μας ζεστής στιγμής, κι αναρωτιόμαστε πού πατάνε τα πόδια μας, πού πρέπει να πάμε, ποιο νόημα να αγκαλιάσουμε, ποιες τρύπες να αποφύγουμε,

Ε και τι να πεις
Τελικά
Εντάξει ρε παιδιά
Δε λέει και τίποτα
Καλοί οι αριθμοί, καλά τα διακριτά,
Και τα νοήματα και όλα αυτά
Αλλά στο κάτω κάτω
Δεν είναι κακό
Να πέσουμε και λίγο στο επίπεδο του ζώου
Να θυμηθούμε ότι χτίσαμε παπάδες και πολιτισμούς
Πάνω από ορμές κι οσμές
Και δε μας γαμάνε κι οι παπάδες κι οι πολιτισμοί
Και οι πολύπλοκες σκαλωσιές και τα επιχειρήματα
Μας κάνουν και ξεχνάμε
Να γουστάρουμε
Να γελάμε σα χαρμόσυνα γουρούνια που κυλιούνται ανέμελα στο λάκκο με τ'αστεία
παίρνουμε τον εαυτό μας πολύ στα σοβαρά

Και ξεχνάμε οι μαλάκες
Ότι ένα κι ένα κάνουν ένα, κάνουν δύο, κανένα, άμα λάχει κάνουν και άπειρο.

ΕΕΕΕεεεε ΜΑΑαααα
ωωωωωχουυ πιααα
σιχτιρ
θα μας καλουπώσουν κιόλα
σταδιάλα
Αααααχ

είπε ο Υπερόπτικ, έσβησε το τρίτο τσιγάρο και όρμησε να συνεχίσει το πακετάρισμα ψιλοξαλαφρωμένος σε φάση.


"my days out of their aimlessness"
Hyperoptic, 2011


Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2011

οι μεταλλάξεις του κενού κι έτσι


καθώς χτυπάει ο Υπερόπτικ το κεφάλι του στις σιδεριές της επανάληψης, ανακαλύπτει μια μέρα ένα καρούμπαλο.
όχι στο κεφάλι του, στη σιδεριά.
απίστευτο λέει.
πρέπει να το πω στο Σαρκάστικ.

σαρκάστιιιιιιικ
σαρκάστιιιιιιιιιιικ

ρε σαρκάστικ απίστευτο, κοίτα, το κεφάλι μου είναι άθικτο ρε φίλε, και κοίτα πώς έγινε το σίδερο!!

ο σαρκάστικ χαλαρός.
σιγάααα ρε Υπερόπτικ, πώς κάνεις έτσι.

τι πως κάνω ρε, είδες καρούμπαλο;

ε εντάξει ρε, το μάτριξ δεν το έχεις δει;

ε ναι και;

ε, το σίδερο δεν υπάρχει ρε.

και πού χτυπάω τόσο καιρό ρε;

αααααα πού να ξέρω.



matérialisme imaginaire
Hyperoptic, 2011

Τρίτη, 30 Αυγούστου 2011

πουτσιλίκια


και τα χθεσινά γαμίδια θα μας οδηγήσουν - σε μια πρωτοφανή εκδήλωση χρονικής γραμμικότητας για τούτο το μπλογκ που θέλει να θεωρεί εαυτόν αντι-επικαιρικό ως και καθολικό, - στα σημερινά πουτσιλίκια και, ενδεχομένως, αν συνεχίσει έτσι, στις αυριανές ψωλαρχιδιές.
ω μα δεν πρέπει να βρίζουμε στο ίντερνετ, μπορεί η μαμά μας να συνασπιστεί με τα χακερόνια εργοδότες μας στους οποίους το παίζουμε παναγίτσες, και να κάτσουνε να κάνουνε ηλεκτρονικό στόλκινγκ, και να καταλάβουν ότι ο Υπερόπτικ Παπαδόπουλος υψηλά ιστάμενο στέλεχος πολυεθνικής με αντιβριστική πολιτική, και ο Σαρκάστικ Παπαδοπουλος υψηλά ιστάμενο στέλεχος πολυεθνικής με ειρηνοποιητικούς σκοπούς, βρίζουνε και προωθούν τη βία, την παρανομία και τα ναρκωτικά στο ίντερνετ.
και ποια η θέση μας μετά Σαρκάστικ Παπαδόπουλε;
είσαι εσύ σε θέση Σαρκάστικ Παπαδόπουλε να ενοποιήσεις τη βίρτσουαλ με την κανονική σου περσόνα κάνοντας λινκ του διαδικτυακού σου προφίλ με το καλό σου προφίλ, ξέρεις, μιλώ για το προφίλ που απαθανάτισε κάποτε ο ντουανώ στις γέφυρες του παρισιού ανάμεσα σε ασπρόμαυρα περιστέρια και σνομπ σερβιτόρους;
εγώ δε νιώθω πλέον άνετα μ’αυτό το κρυφτούλι Σαρκάστικ Παπαδόπουλε.
είναι που είμαι και φράστρέητηντ για λόγους μεταβατικής μεταιχμιακότητας, είναι που δεν τά νιωσα τα χριστούγεννα φέτος, για να μη μιλήσω για το πάσχα με τα λογής λογής εθίματα που πέρασε και δεν ακούμπησε από τη λαογράφα καρδιά μου, μου φαίνεται πολλά βαρύν το φορτίον του κατακερματισμένου μου σελφ και λέω να απλοποιήσω μερικές όψεις στη βάση μιας ενοποιητικής πολιτικής που θα μας φέρει πιο κοντά στην αξιοπρέπεια, ώστε ναι Σαρκάστικ Παπαδόπουλε, να μπορώ επιτέλους να δώσω το λινκ του μπλογκ στη θεία μου την αμερσούδα, στον κυρ γιάννη που φροντίζει το μποστάνι του πατέρα μου τσαλαβουτώντας στις γόνιμες λάσπες κάθε χάραμα για νάβρει ζουμερά πεπόνια, και γιατί όχι στον παπα-βάγγο, το χάι τεκ παπά της ενορίας που έρχεται κοντά στους νέους μέσω δημιουργικού τσατ χάρη στο ίίίντερνετ.
φτάνει πια Σαρκάστικ ο χαμαιλεοντισμός, φτάνει πια η διάχυση σε χιλιάδες λόγους και τρόπους, φτάνει πια η σχιζοφρένεια της ταυτότητας.
και μία είναι η λύση Σαρκάστικ.
όχι όχι δεν είναι η βάναυση έκθεση μιας εκβιαστικής intimité που θα τρίψει στα μούτρα του ανύποπτου λινκοπατητή τα βρωμερότερα εσώτερα μύχια του Υπερόπτικ ως ενσαρκωμένου μαλάκα.
ούτε είναι η λύση να λινκάρουμε το μπλογκ με τη φορολογική μας δήλωση, το σπέησμπουκ και το μάι φέης για να είναι διαθέσιμες σε μια πλατφόρμα οι προτιμήσεις μας τα λεφτά μας και η φάτσα μας σε όποιον θέλει να έχει μια πλήρη αυταπάτη.
η λύση Σαρκάστικ Γουάνς Εγκέν είναι η ουτοπία.
δηλαδή αυτά που λέμε να περιέχουν σε απλές ντιρεκτίβες το όραμά μας για τη ζωή, έτσι όπως έχει κατασταλάξει στα πνευμόνια μας μετά από πολλά χρόνια εμπειρίας, και που να μπορεί να το καταλάβει ο μπαμπάς, η μαμά, το παιδί, ο επιστήμονας και ο μπαρμπα βάγγος το ίδιο, που να αφορούν τον κυρ γιάννη, το ζίζεκ και τη θεία πόπη άμεσα και γρήγορα.
έτσι θα εκτοξευθούν οι πωλήσεις στα ύψη και θα σώσουμε την ψυχή μας απευθυνόμενοι με μια ενότητα εαυτού σε όλους τους άλλους εαυτούς άμεσα γρήγορα αποτελεσματικά.
θα μιλήσουμε στο συνάνθρωπο απλά και κομμουνιστικά να μας καμαρώσει και ο Ρίτσος.
θα θεμελιώσουμε μια αίσθηση ανθρωπιάς στα μικρά κοινότυπα κι όμως μεγαλειώδη πράματα που μας δένουν όλους μαζί και θα συνεχίσουμε να υποθέτουμε ότι η ανθρώπινη φύση δεν υπάρχει, αλλά τα όνειρα υπάρχουνε.
θα ξεκινήσουμε από τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή που θα ωθεί στο ακατάσχετο κλικ όποιον τυχόν συναντήσει τα ηλεκτρονικά μας ίχνη. γιατί θα μυρίζεται αλήθεια και όραμα.
μετά θα κατέβουμε στις εκλογές.
για να διαβρώσουμε το εκλογικό σύστημα εκ των έσω και να αποδομήσουμε τις δομές σαν χαρούμενα αποδομητικά πουλιά.
κι έπειτα θα αποκαλύψουμε σε όλους ποιοι πραγματικά είμαστε.
ή μήπως κλάνεις μέντες, μπάτμαν;


inferior art for the masses
Hyperoptic, 2011


Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

γαμίδια


δυο άγριοι αετοί ξύπνησαν σήμερα το πρωί τον Υπερόπτικ. Ο ένας είχε κατέβει εδώ και ώρα από το υψίπεδο της Άναρθρης Άρνησης και του τσιμπολογούσε το συκώτι διακριτικά, προσέχοντας να μην τον ξυπνήσει, ο δεύτερος έσκασε μύτη όταν ο ήλιος φάνηκε για τα καλά και γυρόφερνε τα μαλλιά του, ώσπου όρμησε παιχνιδιάρικα να τα ανακατέψει.
Ο Υπερόπτικ τινάχτηκε συνειδητοποιώντας σωρευτικά τον πόνο στο συκώτι και τις γρατζουνιές στο μέτωπο και αντίκρυσε τα δύο περήφανα αρπακτικά που τον κοίταζαν φέρνοντας βόλτες στο δωμάτιο:

-  τι σκατά!! τι γίνεται; ουστ! ούρλιαξε ο Υπερόπτικ βουτώντας μια μαξιλαροθήκη με αγελάδες και προσπαθώντας να απωθήσει τα πουλιά, που βέβαια δεν ήταν μύγες για να απωθηθούν τόσο εύκολα.

- χαλάρωσε. έκανε ο ένας από τους δυο αετούς, φτερουγίζοντας αραχτικά στο κάτω μέρος του κρεβατιού.
- μην τρελαίνεσαι, έκανε και ο δεύτερος και κούρνιασε δίπλα στον πρώτο.
- ονειρεύομαι; είπε μπερδεμένος ο Υπερόπτικ πιάνοντας την κοιλιά του που έσταζε αίμα.
- μπα όχι. είπε ο ένας αετός.
απλά τελειώνει το καλοκαίρι και ήρθαμε να στο πούμε.

ο Υπερόπτικ κοίταξε έξω από το παράθυρο.

ο ήλιος έλαμπε σε αντίθεση με τις προηγούμενες μέρες, και μερικά συννεφάκια ταξίδευαν νωχελικά καθώς τα έσπρωχνε ένας ράθυμος δροσερός άνεμος.

οι αετοί ξαφνικά έσκασαν στα γέλια ρουθουνίζοντας με μανία και φτεροκοπώντας ασυγκράτητοι.

- κοίτα τον κοιτάει έξω
- κοίτα ρε κοιτάει απέξω χαχαχαχαχαχαχα

- μα πού να κοιτάξω; τι; τι σημαίνει όλο αυτό;

- τελειώνει το καλοκαίρι μέσα σου, για σένα στόκε. όχι για όλον τον κόσμο ούτε καν για όλη την πόλη. ας πούμε είμαι σίγουρος ότι στο μαρόκο ακόμα μπανιαρίζονται, χαρ χαρ χαρ
- μην πας μακριά, και στην κορσική το ίδιο θα κάνουνε, χαρ χαρ χαρ
- και στάνταρ κάποιοι μεξικάνοι κάπου θα ξύνονται σε κάναν ήλιο, χαρ χαρ
κάγχασαν ειρωνικά οι αετοί.

έπειτα έριξαν ένα συγκαταβατικό βλέμμα στον Υπερόπτικ, άνοιξαν τα φτερά τους που ξαφνικά ήταν τεράστια και εξαφανίστηκαν από το παράθυρο αφήνοντας πίσω τους πούπουλα αίματα και μια προμηθεϊκή πληγή στον Υπερόπτικ, ο οποίος σηκώθηκε αναμαλλιασμένος και ματωμένος να φτιάξει τον πρωινό του καφέ μουρμουρώντας και βρίζοντας.

στα διάλα… λες και δεν το είχα πάρει χαμπάρι ότι τέλειωσε το καλοκαίρι... γαμίδια.

we sat together at one summer's end
Hyperoptc, 2011


Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011




άλλη μια μπόρα ετοιμάζεται να ξεράσει ο ουρανός πάνω από την πόλη, και άντε μετά να μιλήσεις για τα θαύματα του χρόνου και του υποκειμένου μέσα σε τόσο μαύρο. και μετρώντας προσεκτικά τα σημεία της ύπαρξης, τις συνταγές που κάνουν την ανάμνηση δικαιωμένη ασθητική εμπειρία, τις λέξεις που μεγαλώνοντας έμαθες να αποφεύγεις και τις άλλες που τις βάζεις προσεκτικά ντισκλέιμερ σε θέσεις κλειδιά, βγαίνουν όλα λειψά και μη μετρήσιμα, είναι ξανά όλα στο ίδιο μηδέν από όπου πρέπει να ξεκινάς κάθε φορά μόνος σου.
γιατί τα τερτίπια μεγαλωμένου ώριμου εαυτού που πουλάς στις αγορές των φίλων δεν τα φυλάς για τον εαυτό - αυτός, ο εαυτός ξέρει καλά ότι οι φερετζέδες αλλάζουνε αλλά η μάσκα μένει, και αν πεις ποτέ ότι «εγώ τώρα πια πίσω από αυτό το σημείο δε θα ξαναβρεθώ» «εγώ τώρα άλλαξα αυταπάτες, έφτιαξα πίσω κήπο, αυλή, νέα πρόσοψη, άλλαξα νευρώσεις στην τελική έκανα αναβάθμιση ρε πούστη»
ε το λες πάλι από το μεταιχμιακό σημείο της βιαστικής βεβαιότητας
οπότε
ξεκαβάλα λίγο κύριε εαυτέ
λες μετά
χαλάρωσε, δεν έπιασες κανέναν παπά από κανένα αρχίδι,
δεν έλυσες μια και καλή το πρόβλημα της ύπαρξης,
και η επόμενη μέρα θα έρθει κι αυτή με το άχθος της, την ακατανοησία, το ψηλάφισμα,
κι αν καταφέρεις σε κανα δυο ρωγμές να κολλήσεις το μάτι σου να δεις πώς τρεμοπαίζει στα όρια του νοήματος η ομορφιά του άμορφου
είσαι πολύ γαμάτος και τυχερός ρε φίλε.




Where? To the evening lands
Hyperoptic, 2011 



Σάββατο, 20 Αυγούστου 2011

if we were all suddenly somebody else.


Καθώς η βρόχα πέφτει στρέητ θρου στο Μπρίξτον, αυτή την αυγουστιάτικη μέρα με το νοσταλγικό πουτσόκρυο, ο Υπερόπτικ αποφασίζει να πιάσει από τα κέρατα το μεγάλο θέμα που τον βασανίζει από πάντα.
Πρόκειται για τη στοιχειώδη οντολογική ερώτηση που μπαίνει σε κάθε συζήτηση, καφενείου, ακαδημαϊκή, οικογενειακή, φιλική, ιψενική, τραγική, ζευγαρική, απλουστευτική, γαμιστερή, βαρετή, πορωτική, δεοντολογική, κι έχει να κάνει με τη φύση του ανθρώπου.
Γιατί ο άνθρωπος λουμπενιάζεται; γιατί ξεκατινιάζεται, ασχολείται με ποταπένκο μαλακίες, δεν αντέχει την ελευθερία, σκέφτεται εργαλειακά, αφήνεται και παρασύρεται με χαρά από την κόμπλα του, κάνει λίστες και τρώγεται από τις διαδικασίες, επιτίθεται στην ομορφιά, φοβάται το χάος;

Εν ολίγοις, γιατί ο άνθρωπος είναι μαλάκας;

Η ερώτηση όπως και η απάντηση είναι πολύ απλή.

Το δύσκολο είναι να απαντηθεί όχι για τους άλλους, αλλά για τον εαυτό.
Είπε ο Υπερόπτικ ατενίζοντας το μαλάκα μέσα του με τα φανταστικά οξυδερκή εργαλεία της εξευτελιστικής ανάλυσης μικροκινήτρων μαλακίας των άλλων μαλακών.


"la chose en soi de monsieur deCon",
 ή "there is no Newton of the human assholeness"
Υπερόπτικ, 2011

Τρίτη, 9 Αυγούστου 2011

το πιο γαμάτο ανεστραμμένο ηλιοβασίλεμα της καριέρας του


αντίκρυσε σήμερα ο Υπερόπτικ τη στιγμή που βγήκε στο μπαλκόνι να ξηγηθεί νοσταλγική αποχαιρετούρα στον κύριο Παρίση λίγο πριν ανηφορίσει στην άλλη μεριά της Μάγχης για να βρει τα γκανς οφ μπρίξτον.

γεια σου μωρή μπε εν εφ αρρώστιααααα

Κυριακή, 7 Αυγούστου 2011

august purgatory


Σε ένα αραχτό πράσινο παγκάκι μιας μεσημεριανής παιδικής χαράς, ενώ προσπαθούσε να πετύχει την τέλεια αναλογία μους σοκολάτας, καφέ και τσιγάρου για να φτιάξει την τέλεια μπουκιά, ο Υπερόπτικ ένιωσε μια ψυχρούλα παρά τον ήλιο, και έβαλε το μπουφανάκι του μονολογώντας «μα τι καιρός κι αυτός δεν ξέρεις πώς να ντυθείς».

Μια ατομάρα τρίχρονο το πολύ τετράχρονο τυπάκι με μαλλί γουλί και πουκάμισο με νεκροκεφαλές, έσκασε μύτη λιγουρευόμενο τις λιχουδιές που χλαπάκιαζε ο Υπερόπτικ με την παρέα του.

Ήταν μια ωραία στιγμή.

Και ο Υπερόπτικ που τρώει τις υπαρξιακές του σφυριές στις καλύτερες στιγμές, θυμήθηκε ότι σήμερα είμαστε, αύριο δεν είμαστε, πότε ήμασταν μικρά τυπάκια που σκαρφάλωναν στις τραμπάλες, πότε μεγαλώσαμε και αράζουμε στα παγκάκια και τα ψιλολέμε, και τότε έσκασε μύτη ο Τζόυς από το μακρινό Δουβλίνο και ξηγήθηκε θανατερή ματαιότητα εν μέσω αυγουστιάτικου χαλαρού κουβεντοβιγλίσματος.

Out of the frying pan of life into the fire of purgatory.
Does he ever think of the hole waiting for himself?
They say you do when you shiver in the sun.


"σιγά έτσι κι αλλιώς φαίνεται βαρετό"
Shako, 2011



Τρίτη, 2 Αυγούστου 2011

Η Εξομολόγηση του Υπερόπτικ


Σαρκάστικ δεν την παλεύω μία ρε.
Είδα σήμερα στον ύπνο μου, λίγο πριν ξυπνήσω, ότι βρισκόμουν μαζί με μια συμμορία, φίλους, σε ένα σκοτεινό υπόγειο με πρασινωπό φως, όπου στους τοίχους ήταν γραμμένα ακατανόητα σύμβολα με χοντρό κάρβουνο, και έπρεπε να αποκωδικοποιήσω τα σύμβολα - ΓΙΑ ΝΑ ΑΠΟΦΕΥΧΘΕΙ ΕΝΑΣ ΦΟΝΟΣ - , και όλοι μιλάγανε, για διαδικαστικά πράγματα, και μόνο εγώ ασχολιόμουνα με τα σύμβολα, αλλά δεν ανήκανε σε καμία γνωστή γλώσσα και δεν μπορούσα να καταλάβω χριστό όσο και αν τα κοίταγα. Κι έπειτα κατάλαβα ότι ο φόνος είχε ήδη γίνει, με αυτή τη στιφή αίσθηση της αργοπορημένης επίγνωσης που σκάει στον ουρανίσκο σαν τσαγκό ξηροκάρπι, και μάλιστα από το πώς μου φέρονταν οι άλλοι, κατάλαβα ότι εγώ ήμουν ο εγκέφαλος, εγώ είχα οργανώσει το φόνο, και οι άλλοι περίμεναν από μένα καθοδήγηση γιατί ήμασταν συμμορία, και εγώ όχι μόνο δεν μπορούσα να σκεφτώ τι πρέπει να γίνει τώρα, αλλά ούτε και να θυμηθώ ποιος ήταν το θύμα. Οπότε δε μιλούσα καθόλου σαν τον ηγεμόνα εκ δυτικής λιβύης, και προσπαθούσα εντατικά να θυμηθώ τι γίνεται και ποιός πέθανε και γιατί, και δεν μπορούσα να ρωτήσω κανέναν τι συμβαίνει γιατί υποτίθεται θα έπρεπε να ξέρω τα πάντα, ενώ παράλληλα είχα τη διαβρωτική αίσθηση ότι όλη αυτή η κατάσταση ήταν απίστευτα λάθος.
Και μετά μέσα στη βαβούρα ποιός σκάει μύτη ρε Σαρκάστικ;
Ο Μπάουι.
Ο Μπάουι από τα έιτις που ήρθε με ένα μεταχειρισμένο και κωλοφτιαγμένο όπελ που το χε κάνει σα φερράρι, φορούσε τζην και ένα γυαλιστερό καφέ πέτσινο και είχε μαλλί πλατίνα φουσκωτό, και τον κοίταγα και έλεγα κοίτα να δεις ο Μπάουι, άμα κρίνω από το κούρεμα η περσόνα του είναι από τα έιτις, και κοίταγα τη φάτσα του και ήταν «αγέραστος», και σκεφτόμουνα ρε το Μπάουι καλά κρατιέται.
Ο οποίος έσκασε υπερανετίδης να με πάρει με το αμάξι, για να με πάει κάπου που έπρεπε να πάω, και μπροστά στη μιζέρια του υπογείου που ήμασταν όλοι, εκείνος έλαμπε και έκανε διάφορα υπεράνω υπεροπτικά αστεία και σταριλίκια, και έκανε έναν κουλ χορό σε φάση Τραβόλτα, αλλά το βασικό ήταν ότι με ψιλοκάλμαρε κι όλας, του τύπου, έλα ρε μην τρελαίνεσαι, ντάξει θα τη βρεις την άκρη, και μετά συζήταγε με τους άλλους πώς θα μοιράσουμε τα αμάξια, και ξαφνικά ήταν απίστευτα διαδικαστική και αυτή η φάση, και είχε μπει ο Μπάουι με τους άλλους σε βαρετή διαδικαστική συζήτηση για το πώς θα φύγουμε και πώς θα μοιράσουμε τον κόσμο, κι εγώ ήξερα ότι και που θέλαμε να φύγουμε, παρά το γκεσταριλήκι του μπάουι, δεν θα ήταν εύκολο, γιατί για να βγεις από το υπόγειο υπήρχε ένα σύστημα με πτυσσόμενες πλατφόρμες και διαδρόμους «σαν αυτούς που χρησιμοποιούν στη διώρυγα του Παναμά», που αυτά ο Μπάουι στάνταρ δεν τα είχε υπολογίσει, οπότε στο τέλος βαρέθηκα να ασχολούμαι και παραιτήθηκα και απλά παρακολουθούσα το Μπάουι να οργανώνει μάταια την έξοδο από το υπόγειο μαζί με τους άλλους , ενώ ακόμα αναρωτιόμουν ποιος να είχε πεθάνει και γιατί, και στο τέλος σκέφτηκα ότι ξέρω ποιος έχει πεθάνει, χωρίς να το πω στον εαυτό μου, (δηλαδή τώρα ως ξύπνιος Υπερόπτικ όντως δεν ξέρω, ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ) αλλά καλύτερα να το ξεχάσω και αυτό, όπως όλα τα υπόλοιπα.

Λέω να μην το ερμηνεύσω καθόλου μωρέ και να σουμπλιμάρω κατευθείαν με τέχνη, μια που έπλυνα και το σκουπιδοντενεκέ.


"Άγχος/Βαρυστομαχιά, η οξείδωση της μνήμης"
Υπερόπτικ , 2011



Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2011

the folly of being comforted κι έτσι


Συχνά έχει αναρωτηθεί ο Υπερόπτικ, στις μίζερες στιγμές του, πού πάνε τα λόγια που κάποτε αγαπήσαμε, οι ιδιόλεκτοι που μας έδεσαν με τους άλλους και τώρα δεν εκφέρονται από κανέναν πια, τα χαϊδευτικά, τα παρατσούκλια και τα ονόματα που κάποτε φωνάζαμε ή ψιθυρίζαμε και με την οικειότητα που γεννούσαν στύλωναν την αγκίστρωσή μας στον κόσμο και στις λέξεις.

Η απάντηση που δίνει ο Υπερόπτικ στον εαυτό του είναι ότι οι λέξεις που δεν ακούγονται πια έχουνε πάει σε ένα ειδικό νέβερλαντ, το Καθαρτήριο των Χαμένων Ονομάτων.

Ο καθένας έχει ένα τέτοιο Νέβερλαντ που μπορεί να το επισκέφτεται όταν πιάνει πάτο ή όταν νιώθει αρκετά ατσαλωμένος από το ακμαίο του παρόν ώστε να περάσει μια βόλτα από το δάσος με τις απολιθωμένες λέξεις.

Το πέρασμα από το δάσος δεν μπορεί ποτέ να είναι αναίμακτο: οι πετρωμένες λέξεις μπορεί να αστράφτουν με τις πρωινές δροσιές, να αντανακλούν ωραία σκοτάδια και βάθη όταν βραδιάζει, αλλά έχουν γωνίες που κόβουν και αποκαρδιώνουν. Κι αυτό γιατί όταν πετρώνει η οικειότητα γίνεται χειρότερη από το κενό.

Τα ίχνη των βημάτων όποιου περιδιαβαίνει το δάσος των απολιθωμένων λέξεων χαράζουν ένα μονοπάτι, που ονομάζεται Παγωμένος Χρόνος. Είναι γλιστερό και επικίνδυνο, και πολλές φορές δίνει την εντύπωση ότι οδηγεί ντουγρού στο κέντρο του εγώ. Επίσης μπορεί κανείς να περάσει το ίδιο το δάσος για το εγώ.

Ένας πάουλος κοέλιος θα έλεγε εδώ ότι ο διαβάτης πρέπει να έχει αποσκευές, ξερω γω θάρρος κουράγιο και τέτοια, κι ότι ο δρόμος μπορεί να είναι μαγικός, να αλλάζει συνέχεια, να οδηγεί σε απρόσμενα μέρη, να μετατρέπει τον πόνο σε γαματοσύνη και τέτοια.

Ο Υπερόπτικ απαντάει στον κοέλιο «πούτσες».

Ο παγωμένος χρόνος είναι στυφός, η συμφιλίωση επίπλαστη και οι απολιθωμένες λέξεις τρομακτικές.

Παρόλα αυτά ας μην τρελαινόμαστε. Η ελπίδα βρίσκεται στο γεγονός ότι υπάρχουνε εκατομμύρια άλλοι παράλληλοι και μη δρόμοι γεφύρια λεωφόροι υψίπεδα και καταπακτές.

Το ερώτημα είναι, όταν βρισκόμαστε σε αυτά τα βιγλιστικά γεφύρια ή στις αναστοχαστικές καταπακτές, γιατί να αναζητάμε με το βλέμμα το απολιθωμένο δάσος;

Όταν μπορεί από κει να διαφαίνεται πού και πού ολόκληρη η (πολύχρωμη, ζωντανή, οργιώδης, απρόσμενη, να σου φεύγει το κλαπέτο) ζούγκλα της εμπειρίας.

Εξάλλου η αλήθεια δε βρίσκεται στο τέλμα, στο κόκκαλο, στην πέτρα, στο μνημείο, η αλήθεια βρίσκεται
Στης βροχής τις ψιχάλες
Στις μεγάλες ροχάλες
Στις ωραίες μασχάλες
Στις καμμένες κραιπάλες
και στις ψυχεδελικές αγελάδες που φωλιάζουν σε πυτζάμες.

Ο Υπερόπτικ και ο Σαρκάστικ στις αρχιμήδειες βίγλες τους.
 Hyperoptic, 2011   

 

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2011

ένα πράμα φοβούνται οι Γαλάτες




και παίζει να έχουν δίκιο, παραδέχεται ο Υπερόπτικ κλάνοντας μερικές μάντρες, κάποιες μέντες και ορισμένες πατάτες καθώς σηκώνει το βλέμμα του στα αμόνια ε συγγνώμη στα σύννεφα που στολίζουν τον ουρανό της Λουτετίας.

Σάββατο, 16 Ιουλίου 2011

Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2011

ό,τι νάναι, σιγά μπλογκ έχουμε δεν έχουμε εκδοτικό οίκο

Όλη μέρα καλιφόρνια ντρίμινγκ και ο ουρανός να είναι πιο γκρίζος κι από το πιο τελειωμένο ποντίκι του μετρό.
Και δεν μπορώ να φύγω από δω, μου έχουν παραγγείλει κάτι μαικήνες έναν παιάνα για φιλόσοφους κηφήνες.
Αρχίζει έτσι:
Σφυράνε απέξω τις Ιστορίας οι σειρήνες, έφαγα ψάρι σήμερα και μ’έχουν πιάσει πείνες, ο μήνας ούτε στα μισά και τέλειωσαν οι χήνες, πότε ρε πούστη πότε θα κάνουμε τέχνη με μικροΐνες, πριν γίνουμε σκόνη και μας ψάχνουνε στις χρονοδίνες,
«Πολλά υποσχόμενο λιμπρέτο. Λίγα προβλήματα στην ομοιοκαταληξία. Μμμμ.
Το κακό με το σουρεαλισμό είναι ότι δεν μπορείς να τον κοροιδέψεις. Αυτά κάνει ο λόγος, στα περιθώριά του είναι ουροβόρος. Για να πλακατζουρίσεις χρειάζεται οπωσδήποτε σοβαροφάνεια. Πώς να επαναστατήσεις έξτρα μέσα στην επανάσταση;
Γιατί να ανάψεις λάμπα το μεσημέρι;
Τάχει πει κι ο Ζίγκμουντ. Θέλει κρυμμένη κόμπλα για να γελάσουμε να ξεκαρδιστούμε να πέφτουμε να κυλιόμαστε στα πατώματα να κατουριόμαστε πάνω μας να ψοφάμε να μην μπορούμε να πάρουμε ανάσα».

Πολύ το βαρύναμε, χεχεχε, τουλάχιστον έκανα λίγη τέχνη σήμερα:



Το αριστούργημα αυτό ονομάζεται «από τη μία άντερα από την άλλη φώτα» ή «Υπερόπτικ: μέσα κι έξω», ή «Η αποτρίχωση της συνείδησης» ή «Ερριμενότητα κι απαλεψιά». Έχει επίτηδες πολλούς τίτλους για να είναι ιντεράκτιβ και να διαλέγει ο καθένας όποιον θέλει. Για τους φίλους υπάρχει κρυφός κατάλογος με τίτλους (πχ «νευρώνας 14», «άτιτλο», «συριγμοί και ψόφιες πέτρες»).

 Η ΤΕΗΤ και το ΠΟΜΠΙΝΤΟΥ έχουν έρθει στα χέρια ποιος θα το πάρει αλλά λέω τελικά να το πάω στον τάφο του Μόρισον. Αυτός θα με καταλάβει ρε συ…. ρε συ Σαρκάστικ... ρε....

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2011

SATAN SATAN SATAN SATAN

Τέρμα τα ψέμματα, τέρμα τα γλυκόλογα τέρμα οι γαλιφιές.
Όταν ο κοινωνικός ιστός αποσαθρώνεται, όταν τα αποστήματα νοήματος σκάνε στα μούτρα των αστικών γουρουνιών, όταν τα μαύρα άντερα του συστήματος ξεχύνονται από τα κωλοτρυπίδια της βίας, οι Υπερόπτικ Σαρκάστικ δεν έχουν άλλη επιλογή από το να κάνουν ΤΕΧΝΗ.

Ναι κύριέ μου ΤΕΧΝΗ.

Γιατί οι Υπερόπτικ δε μασάνε με τους παιάνες της απελπισίας, έχουν καταλάβει πολύ καλά τη χρεωκοπία του επιχειρήματος, τις μπούφλες που τρώει ο λόγος από τη σιδηρογροθιά της αντινομίας, έχουν αντικρύσει τον ΤΟΙΧΟ όπου η έντιμη αξιοπρεπής praxis ματώνει το κεφάλι της.

Οι Υπερόπτικ Σαρκάστικ δε μιλάνε πολιτικά. Οι Υπερόπτικ τρώνε ατσάλι και χέζουνε σφαίρες, πίνουν τον οχετό της μετριότητας και κατουράνε οξύ στα μούτρα του συμβιβασμού.

Ναι αυτοί είναι οι Υπερόπτικ Σαρκάστικ.

Και τώρα η ΤΕΧΝΗ:

"A minor by-product", Hyperoptic 2011 


Το βρακί συμβολίζει την εύθραυστή μας σεξουαλικότητα - χαρωπή και κιτς, μας θυμίζει ότι η ζωή όπως και η κάβλα βρίσκουν χρωματιστούς τρόπους να ελίσσονται ακόμα κι όταν η επιθυμία φαντάζει μπλοκαρισμένη από παντού.

Το μπονγκ συμβολίζει τους τεχνητούς παραδείσους που πρέπει όλοι να βουτήξουμε με τη μία μέσα για να ξεχάσουμε τα πατερημά μας με τον πιο εύκολο τρόπο.

Η βεντάλια είναι μια ειρωνική αναφορά στους αστούς και παράλληλα μια επίκληση στο θεό της ζέστης να επισκεφτεί τους Υπερόπτικ στην ξενητειά.

Το βιβλίο του Αντόρνο που κρέμεται είναι εκεί καθαρά για τον εντυπωσιασμό.

Το χαρτί με την επίκληση στο Σατανά (γραμμένο συμβολικά με το κόκκινο του αίματος) φέρνει στο νου τη λίστα για ψώνια του Μίστερ Άλιστερ Κρόουλι, και μας θυμίζει ότι ακόμα και οι σατανιστές χέζουνε, τρώνε, πάνε σούπερμάρκετ και κατεβάζουν τα σκουπίδια ακόμα κι αν αυτά περιέχουν αποκεφαλισμένα κοκκόρια και γάτες (το μπανάλ με το γκροτέσκο συνορεύουν τόσο πολύ- μήπως το μπανάλ είναι το γκροτέσκο; μήπως το γκροτέσκο έγινε μπανάλ; μμμμμ). Επίσης θα μας βάλει όλους να αναρωτηθούμε μήπως ο σατανάς είναι μια πιο ανάλαφρη, πικάντικη, σκαμπρόζικη αν θέλουμε επιλογή, σε σχέση με το μπεργκμανικό σιωπηλό γενειοφόρο τύπο up there που δε σηκώνει το κουλάδι του να φέρει μια αρμονία σε χρόνο ντε τε. Οπότε μήπως;

Η απλώστρα ως πλατφόρμα-διαδραστικό medium πέρα από τον προφανή συμβολισμό της κάθαρσης λειτουργεί και ως μεταφορά «σταυρού» όπου το «απλώνομαι» συνορεύει με το «σταυρώνομαι» και στην ουσία δηλώνει τη διαλεκτική απόρριψη και παράλληλα εξύψωση όλων των τυχαίων αντικειμένων που βρίσκονται σε σχέση κρεμάσματος - θυμίζοντάς μας καθόλου τυχαία τις ρήσεις «τα άπλυτα στη φόρα», «τα λερωμένα τ’άπλυτα» και «αυτό το ρούχο είναι σκυλί πλύνε βάλε».

Ο τίτλος του έργου δεν αντικατοπτρίζει ούτε την ουσία του έργου ούτε τις προθέσεις του δημιουργού. Είναι μια τυχαία φράση που το παίζει χάσιμο.

Οι Υπερόπτικ με αυτό το εγχείρημα καλούν το μικρό δημιουργό που κρύβεται μέσα σε όλους μας να βγει έξω να ξεσκάσει λιγάκι κι αυτός που δεν έχει πάει ένα θέατρο, ένα σινεμά έναν περίπατο τόσα χρόνια κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους.

TELOS, δύο είναι τα πράγματα που πρέπει να συγκρατήσουμε από αυτό το ποστ:

Η ΤΕΧΝΗ ΘΑ ΜΑΣ ΣΩΣΕΙ

SATAN SATAN SATAN SATAN

Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2011

The heterogenous, the block, the limit


Ο μασκοφορεμένος γίγαντας ρίχνει μια μποτίλια στο ίντερνετ και περιμένει ανταπόκριση, και δε σκάει κανένας. Περιμένει ένα λάικ, ένα ντισλάικ, ένα νέβερμάιντ, τίποτα. 
Μετά από κάνα δίωρο χτυπάει η πόρτα. 
Είναι μια χοντρή που ιππεύει ένα ασύρματο τηλέφωνο και του φέρνει μαντάτα: 
έχω για σας τρεις αντιδράσεις και δύο σχόλια, θα τα δείτε τώρα ή να τα κάνω πακέτο;
Κάντε τα πακέτο, είμαι πολύ διακριτικός τύπος, λέει ο δικός μας.
Μόλις φύγει η χοντρή ο τύπος ανοίγει όλο χαρά το πακέτο και τι να δει:
Ο εμετός του Βούδα σε ηλεκτρονική μορφή, μαζί με ένα δικέφαλο σκύλο που ψιθυρίζει ανέκδοτα.
Μμμμμ τι θα μπορούσα να συνάγω απ’αυτό;

Τίποτα.

«Σκατά στον τάφο της βεβαιότητας»

Προτείνουν για σήμερα οι Υπερόπτικ Σαρκάστικ.



Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥΜΠΑΝΟ



Όπως είπε κάποτε και ο ίδιος ο Λούθηρος, είμαστε το σκατό που έπεσε από τον πρωκτό του Θεού.

Την αιρετική αυτή φράση επανεπισκέφθηκε ο Γκαίτε, και την έκανε αγνώριστη:
«είμαστε το τσερλιό που έφυγε από το κωλοτρυπίδι του Μεγάλου».

Ο Φίχτε έβαλε το δικό του κριθαράκι στο μεγάλο γιουβέτσι της γνώσης, παραλλάσσοντας το λουθεριανό αφορισμό ως εξής:
«είμαστε μια αυτοδημιούργητη  κλανιά»

Οι Υπερόπτικ Σαρκάστικ προτείνουν τον κάτωθι ανασχηματισμό της μεγάλης ατάκας του Λούθηρου για να τελειώνουμε:

«είμαστε το ΚΡΑΚΕΝ που καραδοκεί στον ωκεανό της Μεγάλης Αιτίας»



Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2011

Ψαριλίκι, χρόνος και επανάσταση: Μια στρατευμένη επιστημονική έρευνα


Η ταυτότητα της έρευνας

Οι Υπερόπτικ πιστεύουν στον Κολιό.

Δεν είναι μόνο που ο Κολιός είναι πιστός στο ραντεβού που μας δίνει κάθε Αύγουστο, τότε που είναι παχιές οι μύγες. Ω αυτό είναι ένα τυχαίο ίζημα μιας αστόχαστης παράδοσης…
Είναι που ο Κολιός σύμφωνα με μια παλιά κορεάτικη εγκυκλοπαίδεια που μετέγραψε κάποτε ο Κάφκα για λογαριασμό του Μπόρχες, είναι το μόνο ψάρι που καταδεχόσαντε να ξεψαχνίσουν τα μακρουλά μελαμψά δάχτυλα του Ιερού Αυγουστίνου.
Ίσως γιατί ο Ιερός Αυγουστίνος καταγινόταν με τα μυστήρια του CHRONO, ίσως ίσως ακόμα επειδή η καθολική εκκλησία τον τραπέζωνε με αφθονία κολιών κάθε Αύγουστο επί τη ονομαστική του εορτή, ίσως ακόμα να του έλειπαν ωμέγα τρία λιπαρά από τη φιλοσοφική δίαιτά του - ποιος ξέρει.

Ποιος θα μπορούσε ποτέ να ξέρει, παρά ο ίδιος ο Κολιός.

Και ποιος θα μπορούσε να συνομιλήσει με τον Κολιό του σήμερα, αν όχι οι Υπερόπτικ Σαρκάστικ.


Ερευνητική ομάδα

Οι Υπερόπτικ Σαρκάστικ που επιμένουν να διαβαίνουν τον ποταμό της Ιστορίας ενάντια στο ρεύμα, που καίγονται στη αμφιβολογική φλόγα της επικαιρικής δράσης, που παλινδρομούν από το χρονικό στο άχρονο σε χρόνο ντε τε. Οι Υπερόπτικ που μιλάνε με τα ψάρια πιο συχνά απ’ότι με τους γραφειοκράτες, που ταλανίζονται από το ζήτημα του τάιμινγκ και που αντιλαμβάνονται καλύτερα κι από τους Ρώσους Πάπες του μαρξισμού τη δυσκολία άρθρωσης της Επανάστασης με τη θεσμική της υλοποίηση σε πολιτικές δομές.


Μέθοδος

Και να που ο Υπερόπτικ πλατσουρίζει χαρούμενα στην ακρογιαλιά με το κοραλλένιο του μαγνητοφωνάκι και παίρνει συνεντεύξεις από όποιον Κολιό βρει, ελπίζοντας απελπισμένα να καταλάβει τα ζητήματα χρονικότητας που ο κολιός φέρει ενσαρκώνει και λύνει παραδειγματικά λόγω της κατεξοχήν ταύτισής του με τη χρονική του υπόσταση.

Όπως κάθε επιστημονική έρευνα που σέβεται τον εαυτό της, έτσι κι αυτή θα σας διαβεβαιώσει ότι οι Υπερόπτικ είναι αμερόληπτοι, και η μέθοδός τους περιλαμβάνει ομάδα ελέγχου (συνεντεύξεις από μπακαλιάρους που δε θα δημοσιευθούν εδώ). Οι μετρήσεις έγιναν με ερωτηματολόγιο κλειστού τύπου που δημιουργήθηκε μετά από δεκάωρο μπρέινστόρμινγκ σε συνθήκες εργαστηρίου με κολιούς στη γυάλα (ιν βίτρο), και φυσικά η έρευνα φέρει έγκριση από ηθική επιτροπή που διαβεβαιώνει κανένας κολιός δεν ξελεπιάστηκε ούτε βαρέθηκε κατά τη διάρκεια της έρευνας.

Αποτελέσματα

Τα αποτελέσματα από τη συνάντηση με τον Μέσο Κολιό είναι η υλοποίηση πιτών, σπανακοπιτών και τυροπιτών που έφτιαξαν ύστερα από συνεργασία οι Κολιοί μεταξύ τους για να επικοινωνήσουν στους Υπερόπτικ τα μυστήρια της αντίληψής τους για το Χρόνο μέσω της γεύσης. Δυστυχώς η γεύση είναι μη δημόσια εμπειρία αλλά η όψη των πιτών ενδέχεται να δίνει μια γεύση και στον μη μετέχοντα στην εμπειρία αυτή.
Επίσης ορισμένοι Κολιοί έφτιαξαν ραβδογράμματα χρησιμοποιώντας ράβδους χρυσού, όπου διαγράφεται ανάγλυφα η πάλη φύσης και κοινωνίας στην απόφαση του Κολιού να παραμένει ανενεργός μέχρι τον Αύγουστο πριν βγει στη θαλασσινή ρούγα.
Παραθέτουμε εδώ ένα επιστημονικό σκίτσο του Υπερόπτικ που μετουσιώνει την εμπειρία της συνάντησης με το ψαριλίκι και ίσως μπορεί να επικοινωνήσει τα ενδότερα αισθήματα του ερευνητή, καθώς και να θέσει τις βάσεις για ένα δημόσιο διάλογο.




Συζήτηση

Καθώς δεν είχαν τεθεί α πριόρι ερευνητικά ερωτήματα ή υποθέσεις, οι Υπερόπτικ Σαρκάστικ θεωρούν τη συζήτηση χαλαρή και ανοιχτή προς όλες τις κατευθύνσεις, και προτείνουν τα εξής θέματα για περαιτέρω έρευνα προς όλους τους νέους ερευνητές:

  • Μπορεί η πίτα του Κολιού να αντικαταστήσει τη συμβατική στατιστική πίτα;
  • Είχε δίκιο ο Αυγουστίνος που καθυστέρησε τη φώτιση για να ζήσει τη ζωή του;
  • Διέπονται οι οικονομικοκοινωνικές κρίσεις του καιρού μας από προβλέψιμη χρονική κανονικότητα; και τι ρόλο μπορούν να παίξουν στην κατανόηση του θέματος τα ραβδογράμματα χρυσού και οι στατιστικές πίτες;
  • Πρέπει να κατέβουμε όλοι στους δρόμους ή μπορούμε ο καθένας από το οικόσιτο μετερίζι του να βάλουμε το λιθαράκι μας στο οικοδόμημα ενός κόσμου που αλλάζει;
  • Υπάρχει τηλεπάθεια; και αν ναι, πώς μπορεί να συνεπικουρήσει την Επανάσταση;
  • Η ανυπομονησία είναι αμάρτημα ή λειτούργημα; 


Ευχαριστίες

Οι Υπερόπτικ Σαρκάστικ ευχαριστούν το ΙΚΥ που πλήρωσε το ΝΟΙΚΙ κατά τη διάρκεια της έρευνας, τη διαίσθησή τους - στην οποία στηρίχθηκαν κατά την επικοινωνία με το ψάρι «Κολιός» - , καθώς και την μετακαντιανή παράδοση που εξόπλισε τους Υπερόπτικ με τα αναγκαία αποδομητικά εργαλεία γι’αυτή την έρευνα.
Ευχαριστούμε επίσης όλους όσους μας στήριξαν στις πιο δύσκολες στιγμές μας, είτε είχαν σχέση με την έρευνα είτε όχι, και εκφράζουμε την ευχή ο COSMOS και ο CHRONO να συντονιστούν ώστε να δοθεί οσονούπω σε όλους μας η φωταψία που λογικά πρέπει να συνοδεύει την ελεύθερη ενσυνείδητη άμεση πράξη.

Θα κλείσουμε με την ευχή «αμήν και πότε παναγία μου» και με τον αθάνατο στίχο του Τσιτσάνη:

Καθάρισε τη θέση σου, μ’αυτή σου την κατάσταση, πριν κάνω επανάσταση

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2011

κολλύριο για το τρίτο μάτι!


Αναφώνησε ο Υπερόπτικ.

Κολλύριο για το τρίτο μάτι ήταν Σαρκάστικ τα λόγια σου!

Ευχαριστώ Σαρκάστικ ευχαριστώ!!! Τώρα βλέπω καθαρά
 - μα τι λέω ο μαλάκας, όχι απλά βλέπω, διαπερνάω το νόημα, νιώθω ως τις βαθύτερες μικροστιβάδες της ασυνειδησίας μου -
ότι ο χρόνος είναι φευγάτος σαν την αυγουστιάτικη μύγα, και μόνο όταν παίρνουμε το… χρόνο…

(ουπς! Ταυτολογία φαύλος κύκλος! Logic Alert!!!ή μήπως αναγκαίο παράδοξο;;; μμμμμμμ)

ναι το ΧΡΟΝΟ να τον κατατμήσουμε -
πιάνοντας μια κλωστή της ύφανσής του βλακώδη, στοιχειώδη, τραγικά ασήμαντη -

μόνο τότε μπορούμε να αντιληφθούμε από τη μία τι απίστευτα οικοδομήματα
συνειρμών, λογικών δομών, προκάτ προσαρμοσμένων σεναρίων και χώρου για διανοητική ανάλυση -

σα φωλιές τερμιτών στην έρημο,

κρέμονται από κάθε αναπαραστατικό πλοκάμι κάθε λέξης

 - άσε που δεν υπάρχουν μόνο λέξεις, άστο αυτό για να μην τρελαθούμε -

Τόσο πολύ ρε Σαρκάστικ που αυτά τα πλοκάμια ζυγίζουν τόόόνους εμπειρίας και βάρους και τραγικού δράματος μεγατόνων άμα λάχει, για να μη μιλήσω για το πόσο βαθειά σουμπλιμιασμένα μπορεί να είναι τα χοντρά ατσάλινα εκκρεμή πόδια της τελευταίας τρίχας του πιο ποταπού συνειρμού, φαντάσου,

Με την έννοια ότι έτσι με αυτή την κατάτμηση του τίποτα αντιλαμβάνεσαι το απίστευτο βάρος του χρόνου, και από την άλλη παίζει μια αυτόματη εξάτμιση του τώρα, και νομίζεις ότι δεν είσαι κανένας έτσι που χάνεσαι στην τριχοτόμηση της τελευταίας παπαριάς,

είσαι μια ηλίθια φωνή που
επαναλαμβάνει με τη φωνή κάποιου που ήξερες να φωνάζει στη γειτονιά τις γάτες πριν από δέκα χρόνια, είσαι τα γιασεμιά που ανέβαιναν τα μυρμήγκια, είσαι η επανάληψη της αγωνίας για το νοίκι που πρέπει να πληρώσεις, είσαι το μούδιασμα που νιώθεις στο νηπιαγωγείο στο πόδι σου επειδή κάθεσαι πάνω του όταν ζωγραφίζεις κίτρινο δέντρο με δαχτυλομπογιά, μιλάμε δεν είσαι τίποτα.

Είναι (ωωωωωπ! Τι είναι; ποιός είναι; τι είναι είσαι; IL Χάαααασσιμο SUBITO PRESTO) όλα αυτά τα πράγματα που τα βλέπεις όλα μαζί και σκορπίζουνε σα μπίλιες αυτό που νόμιζες ότι είχε αρκετή συνοχή για να μιλάει ώστε να θεωρείται εαυτός.

Γάμησέ τα.

Και να φανταστείς όλα αυτά τα γράφω υπό την επήρρεια του χρόνου.



Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2011

Ο CHRONO


Όχι μόνο περνάει και μας κλάνει τ’αρχίδια, αλλά επιμένει να μας αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει καν, παρά ως μια μικρή courtoisie του τέταρτου γκεστάλτ ενός βαριεστημένου εαυτού που τα ψιλοξύνει στο μπαλκόνι ενώ ο κόσμος καίγεται για αυθόρμητη αδιαμεσολάβητη απελπισμένη άμεσο δράση.



τι να πεις.

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2011

Το Χαϊκού της σημερινής ημέρας

Λυσσάμε

Να δούμε τη θέα από το πουθενά

Είπε η κατσαρίδα καταβροχθίζοντας την ομελέτα

Και άρχισε να γαργαλάει τις πατούσες του CHRONO

Sub speciae aeternitatis





Τετάρτη, 25 Μαΐου 2011

το κατσίκωμα του μαρσέλ ή: χάνοντας τον αναζητημένο χρόνο


Ο Υπερόπτικ έβαλε το ασημί κουταλάκι, που κάποτε είχε κλέψει από μια καφετέρια στη θεσσαλονίκη, στον καφέ, και ανακάτωσε τον αφρό. Το πασπαλισμένο κακάο έλυωσε με χάρη ανάμεσα στο αφρόγαλα και το μυρωδάτο απόσταγμα των κολομβιανών φρεσκοκαβουρδισμένων κόκκων, δημιουργώντας καφετιούς στροβίλους πάνω σε αφράτα λοφάκια φουσκωμένου γάλατος. Ο Υπερόπτικ ένιωσε τις ποζιτρονικές βελόνες που εκτελούν χρέη τριχός στα μετακυτταρικά του χέρια να σηκώνονται μία μία, θαρρείς για να χαιρετίσουν καθρεφτικά τις επίμονες κρούσεις ενός ανελέητου ήλιου που στις αρχές καλοκαιριού ακόμα έδειχνε τα δροσερά του δόντια, και ανακάτεψε άλλη μια φορά το αφρόγαλα αναδημιουργώντας τους ανάλαφρους στροβίλους που ακολούθησαν νωχελικά τις κινήσεις του κουταλιού όπως οι αμμόλοφοι το πρόταγμα κάποιου καυτού ανέμου στην έρημο.

Ανάμεσα στα χείλη του φλυτζανιού και τα δικά μου, χωράει όλος ο χαμένος χρόνος σκέφτηκε ο Υπερόπτικ και ετοιμάστηκε να χάσει άπειρο χρόνο παρατηρώντας τις λέξεις που άρχισαν να στροβιλίζονται στο μυαλό του ενώ σήκωνε το φλυτζάνι για να γευτεί τον καπουτσίνο του.

Δεν πρόλαβε όμως να χαρεί το προυστιανό του χάσιμο στους γευστικοοσφρητικούς συνειρμικούς δρόμους του καφέ του, γιατί από το χωλ ακούστηκε ένα ρυθμικό τακ τακ τακ, που οι νωχελικά ηλιόλουστες συνάψεις του κουρκουτιασμένου υπεροπτικού εγκεφάλου του ερμήνευσαν - όχι χωρίς κάποιες συναισθηματικές αποχρώσεις σπασίματος νοερών αρχιδιών - ως ένα κάλεσμα σε κινητοποίηση, σε αναγκαστική εγκατάλειψη της απόλυτης πρωινής ηλιόλουστης ρούχλας στο μπαλκόνι και σε εισαγωγή σε μόουντ δραστήριας κοινωνικοποίησης, πράγματα που στο οριακά αυτιστικό σύστημα του φρεσκοξυπνημένου Υπερόπτικ δεν είναι λιγότερο ενοχλητικά από την αυγουστιάτικη μύγα που τείνει να βουτήξει τα ρυπαρά της τριχωτά πόδια στα διάφανα ρυάκια μελιού που κοσμούν την τραγανιστή βουτυρωμένη φρυγανιά ενός ανέμελου πρωινού πλάι σε κάποια θάλασσα.

Οπότε αφήνει ο Υπερόπτικ το φλυτζάνι στο τραπεζάκι, ξύνει τη μάπα του να φύγουν οι βραδινές μαξιλαριές, και σηκώνεται να ανοίξει την πόρτα.

Και τι να δει.

Ο Μαρσέλ.

Πούσαι ρε Μαρσέλ, στον ύπνο σου με έβλεπες; 

Ο Μαρσέλ. Ο Μαρσέλ που η χάρη με την οποία φορούσε το καπέλο του μπορούσε να συγκριθεί σε ανεπιτήδευτη κομψότητα μόνο με το ελάχιστο τσιγκέλι όπου κατέληγε το φροντισμένο γυαλιστερό του μουστάκι, θαρρείς και προοριζόταν σαν μια λεπτή κοσμική λαβίδα να αγκιστρώσει την ανεπαίσθητη ίνα που χωρίζει τα πράγματα από τις λέξεις, την παραίσθηση από το όνειρο, τον αναστοχασμό από τον αυνανισμό.  Ο Μαρσέλ που τράβηξε μια τζούρα, πήρε αργά το μισοτελειωμένο τσιγάρο από τα χείλη του, κοίταξε τον Υπερόπτικ με όσο αλάνι παπί είχε απομείνει στην καρδιά του από την επέλαση της φλωρογαλλικής δαντελοκέντητης κουλτούρας αιώνων από πάνω του, και είπε:

Ήρθα να μιλήσουμε για τον έρωτα και τον καπνό… ή τον καπνό και τον έρωτα… που είναι το ίδιο Υπερόπτικ.

Και πέταξε το τσιγάρο πίσω του στην ξύλινη σκάλα, το καπέλο του στο διάδρομο και προχώρησε με το λικνιστικό παρφουμαρισμένο του βήμα προς το μπαλκόνι, όπου μια από τις δυο συμμετρικές ψάθινες καρέκλες φιλοξενούσε δευτερόλεπτα πριν τον νωχελικό κώλο του Υπερόπτικ δίπλα στον -λίγο λιγότερο αχνιστό από ότι πριν- καφέ, του οποίο το αφρόγαλα είχε αρχίσει να ισοπεδώνεται από τη μάχη με τον αμφίθυμο τσιμεντένιο παρισινό ήλιο.

Πόσο αχάριστος φαντάζει στα μάτια μας ο Υπερόπτικ, που αντί να βάλει τη γεννήτρια των ιδεών στο 11 και να θρονιαστεί απέναντι στο Μαρσέλ για να απολαύσει την αρμένικη βίζιτά του, δείχνει να ταλαιπωρείται, ψιλοσπάζεται και ένα γενναίο φέησπαλμ τείνει να στολίσει την αγουροξυπνημένη του μάπα. 



Όμως ο Υπερόπτικ δεν έχει απέναντί του τον οποιονδήποτε συνομιλητή. Ο Μαρσέλ είναι ένας πραγματικός Σέρλοκ της υπαρξιακής λεπτεπίλεπτης αποκωδικοποίησης συναισθημάτων. Του αρκεί μια ελάχιστη αντανάκλαση στο τέλος ενός χαμόγελου για να βυθομετρήσει την αποστασιοποιημένη νοσταλγικά εξοργισμένη αυτοσυγκράτηση στον τρόπο που θραύσματα πληγωμένης αυταρέσκειας θα επιτρέψουν ή όχι στη φουρνάρισσα να απολαύσει και ένα δεύτερο μακαρόν με γεύση φυστίκι-μανταρίνι πριν σκουπίσει βιαστικά τα χέρια της στη δαντελένια ποδιά της για να σπεύσει να εξυπηρετήσει τον επόμενο πελάτη που η μυρωδιά του ζεστού βούτυρου τον έφερε ως τη τζαμένια πόρτα του μικρού της μαγαζιού. 

Το χοντροκομμένο φέησπαλμ του Υπερόπτικ φαντάζει τόσο γκροτέσκο για το αισθητικό σύστημα του Μαρσέλ που περνάει απαρατήρητο.

- έρωτας Υπερόπτικ. Νομίζω ερωτεύτηκα…. Αρχίζει χαλαρά ο Μαρσέλ να ξετυλίγει άλλο ένα συνειδησιακό νήμα που ποιος ξέρει πού θα βγάλει, σε τι συνειρμικές ξέρες θα ξεβράσει κουφάρια λέξεων και αισθημάτων, σε τι οσφρητικούς δαιδάλους θα διασταυρωθεί με την ανικανότητα της επιθυμίας και την καθολικότητα των παθών.

- πάω να φτιάξω καφεδάκι. Άραξε Μαρσέλ, λέει ο Υπερόπτικ χαμογελαστά και κατευθύνεται προς την κουζίνα, σκεπτόμενος ότι οι φίλοι πάνω απόλα, ας μην είμαστε τόσο μούχλες, άντε να χτυπάω αφρόγαλα πάλι, θα του κάνω στιγμιαίο καφέ, ντροπή όμως, άντε θα χτυπήσω αφρόγαλα, είναι και ψείρας θα το εκτιμήσει, ευτυχώς έχουνε μείνει μπισκότα από χθες, να πω στο Σαρκάστικ ότι έσκασε ο Προυστ κ να μου φέρει τσιγάρα, γιατί άμα κάτσουμε αποκλείεται να σηκωθούμε, καπνός και έρωτας, να δούμε πού το πάει πάλι, μην ξεχάσω να κλείσω το θερμοσίφωνο, ντάξει και να λουστώ αύριο δεν τρέχει τίποτα, ναι μωρέ αύριο θα λουστώ, στο κάτω κάτω δεν είμαι και σε απελπιστική κατάσταση, και τώρα που ήρθε ο άλλος σιγά μη βγω, ντάξει σιγά μην κυκλοφορώ και κυριλέ στο σπίτι μου, α τελειώνει η ζάχαρη, μαλακία, 

- και όχι απλά ερωτεύτηκα… νομίζω πως κλονίστηκε μέσα μου η ανάγκη για επιστροφή σε ό,τι ήταν για μένα τα πράγματα… ξέρεις, τα αντικείμενα… γκάριξε νοσταλγικά ο Μαρσέλ από τη βεράντα.

- καλή φάση ρε Μαρσέλ, φώναξε και ο Υπερόπτικ χτυπώντας το γάλα με ένα τούρμπο μιξεράκι του φραπέ που κάποτε έδωσε δώρο το ELLE. Τώρα, έρχομαι.