Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012

δημοτικό





Του γκόγια η μάνα κάθεται παράμερα και κλαίει
Κι ο υπερόπτικ ο στρυφνός την κοίταζε και λέει:
Μα τι σκατά στη μάπα μου μου έχουνε αλείψει
Και με τυφλώνει ξαφνικά μία και μόνη θλίψη;
Πως τάχα δε μου είπανε, πως τάχα δεν το ξέρω
Ότι ο νους σαν σπαρταρά κι εγώ σαν υποφέρω
Πως είναι που σε γιασεμί κάθεται ένα πουλάκι
Και μουρμουρίζει ατάραχο κελαηδιστό ονειράκι:
Φίλοι μου που φοβόσαστε, φίλοι που δεν κοιμάστε,
Εμπρός ελάτε εδώ μπροστά και πάψτε να λυπάστε
Γιατί η ζωή που προχωρά σαν ανθιστό ρυάκι
Αιμόφυρτα απ’τις σφαγές ανθρώπινα τα ράκη
Τα κουβαλά και χάνεται στου χρόνου τη διχάλα
Κι όποιος ετούτο αρνηθεί του όψεται κρεμάλα!
Μα τι στον μπούτσο μ’επιασε ρωτιέται ο Υπερόπτικ
Πάντοτε ήμουνα μπαρόκ, κι όχι μεγάλος πότης
Δυο τρία τσίπουρα μεμιάς ποτέ δεν κατεβάζω
Της αλητείας τη θηλειά χρόνια τη θυμιάζω
Και ρε παιδί μου το στερνό το άλμα το γαμάτο
Σαν να μην τόχω, δεν μπορώ,
Τι στον πούτσο, δεν μπορώ να συντονιστώ
Είναι που είμαι και ψυχεδέλας
Αλλά σιγά
Κανονικά
Στα τριαντατόσα του το βρίσκει ο άνθρωπος
Το διάβασα στο Μωυσή, το βρήκα στο Ροσσίνι,
Το λέει και ο οδηγός του μίστερ παζολίνι, θα το λέει πάνω κάτω και ο φελίνι,
Και ο παγκανίνι το ένιωσε
Και το λέει και ο μαρξ
Το λέει και η σαρξ
Και το λέει
Και λέει
Ότι η στιγμή είναι τώρα
Και η φάση είναι τώρα
Απλά πρέπει να ξεκινήσουμε όλοι με το τρία
Ένα
Δύο


unite, explode you guys
Hyperoptic, 2012