Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τρέλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τρέλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012

ΚΛΑΠΚΛΟΠΚΛΑΠ ΚΛΙΠΚΛΟΠΚΛΑΠ


Ο Υπερόπτικ πακέταρε τα πράγματά του, μάζεψε τον υπολογιστή του και έφυγε σκυφτός από τη βιβλιοθήκη. Κάτι του έλειπε τον τελευταίο καιρό, κάτι που δεν τον άφηνε ούτε να χαρεί τις ώρες της ανάπαυλας ούτε να χωθεί με τα μούτρα στη δουλειά.

- τι θα λέγατε για ένα σάντουιτς με γαρίδες και αγγούρι; του πρότεινε ο υπάλληλος του καφέ.

- μπα… έκανε ο Υπερόπτικ μελαγχολικά. Just plain black coffee you bastard, είπε με βεβιασμένο χαμόγελο βγάζοντας τα γυαλιά του για να αποκαλύψει ένα μπλοκαρισμένο τρίτο μάτι κι ένα μαυρισμένο δεύτερο. Το πρώτο μάτι ήταν το μόνο σώο.

- μα… τι σας συμβαίνει; ρώτησε με ευγενική αγωνία ο υπάλληλος.

- τι να σας πω.. Έτσι μια μελαγχολία… δεν τα κατάλαβα τα Χριστούγεννα φέτος. Έκανε μίζερα και αναστοχαστικά ο Υπερόπτικ τρίβοντας το μαυρισμένο και ανοιγοκλείνοντας με όλη την ένταση ενός απελευθερωμένου τικ το καλό (μάτι).

- άγχος ε; έκανε ο υπάλληλος. Συμβαίνει στις γιορτές. Έχουμε όλοι πολύ αυξημένες προσδοκίες να περάσουμε καλά και σπαζόμαστε όταν αυτό δε συμβαίνει.

- μπα μωρέ, δεν είναι αυτό… ξέρω γω… είναι που δεν μπορώ να δουλέψω… έκανε ακόμα πιο μίζερα ο Υπερόπτικ και άρχισε να τρίβει και το τρίτο μάτι αρχίζοντας να ανυπομονεί για τον καφέ του.

- α τότε χαίρομαι που με ρωτήσατε. Γιατί έχω την καλύτερη συμβουλή του κόσμου να σας δώσω, είπε ο υπάλληλος και του έδωσε το μαύρο του καφέ με ένα πλατύ χαμόγελο.

- τι πράμα; ρώτησε μετά βίας ο Υπερόπτικ τρίβοντας και το καλό μάτι με ό,τι χέρι του είχε μείνει από το τρίψιμο των άλλων δύο.

- αν δεν μπορείτε να δουλέψετε, είναι επειδή σας έχουνε ματιάσει. Σας είδανε μπιρμπιλομάτη και σας ματιάσανε, οι κακές οι γλώσσες, και γιαυτό τώρα δεν μπορείτε να σηκώσετε κεφάλι. Αλλά δεν τρέχει μία. Μπορώ να σας ξεματιάσω εδώ και τώρα, έκανε ο υπάλληλος χαρωπός και άρχισε να φτύνει τον κόρφο του και να χασμουριέται επιδεικτικά αγνοώντας τη μικρή ουρά που σχηματιζόταν πίσω από τον Υπερόπτικ.

- καλά ίσως να ξαναπεράσω κάποια άλλη στιγμή, ε και να σας πω δεν πιστεύω και πολύ στο μάτι… προσπάθησε να αρθρώσει ο Υπερόπτικ, αλλά ήταν πολύ αργά γιατί ο υπάλληλος έφτυνε παντού γύρω του και σταυροκοπιότανε ψιθυρίζοντας ακατάληπτα ξόρκια, ενώ ο εκνευρισμός στην ουρά πίσω από τον Υπερόπτικ είχε αρχίσει να θυμίζει τα διόδια της εθνικής κατά την έξοδο των εκδρομέων που εγκαταλείπουν το κλεινόν άστυ.

- πωπω είστε απίστευτα ματιασμένος, νομίζω δεν μπορώ να τα καταφέρω μόνος μου. Με συγχωρείτε θα πάρω ένα τηλέφωνο, έκανε ο υπάλληλος φουριόζος και σήκωσε το ακουστικό λέγοντας «δώσε μου τον εξέκιουτιβ μάνατζερ είναι επείγον».

Ο Υπερόπτικ είχε μείνει μαλάκας. Προσπαθούσε να καταλάβει αν αυτό που του συνέβαινε είχε να κάνει με τις ντιρεκτίβες του πολυεθνικού καφενέ ή αν απλά είχε πέσει σε πυροβολημένο υπάλληλο.

- τι συμβαίνει; πώς μπορώ να σας βοηθήσω; έσκασε ξαφνικά μύτη ένας υπερκουστουμάτος εικοσάρης με ταμπέλα στο πέτο executive manager senior coffee trainer.

- ο κύριος έχει ένα μάτι που σκοτώνει ελέφαντα. Πρέπει να κάνουμε το κόλπο με το λάδι, είπε ο -πυροβολημένος; μένει να φανεί-, υπάλληλος.

- κοιτάξτε δεν τρέχει τίποτα, αν πιω τον καφέ θα νιώσω καλύτερα… ψέλλισε χωρίς προσωπικότητα ο Υπερόπτικ.

- ΚΑΦΕΕΕΕ; ΠΟΤΕ!!!!!!!!!!! Ποτέ καφέ ματιασμένος! Δε σε αφήνω εγώ αγορίνα μου, έκανε ο μάνατζερ με πλατύ δαπίτικο χαμόγελο και αγκάλιασε τον Υπερόπτικ από τους ώμους οδηγώντας τον στα ενδότερα δώματα της μυσταγωγίας του καφέ. Εδώ, εδώ, κάτσε, άραξε, δε θα μας ενοχλήσει κανείς, είπε ο μάνατζερ και με τη χερούκλα του έσπρωξε μια ντάνα με άδεια κουτιά από γάλα για να αποκαλύψει μια μίζερη καρέκλα ανάμεσα σε τσουβάλια ανεφοδιασμού που έφεραν την επιγραφή «φερ τρέηντ».

Ο Υπερόπτικ αποφάσισε ότι έπρεπε να κολυμπήσει στο ρεύμα, αντίθετα με τους σολωμούς της λογικής που φώναζαν μέσα στο κεφάλι του «αν είναι δυνατόν μα τι συμβαίνει» και άραξε απρόθυμα αποσβολωμένος στην καρέκλα μαζί με τον πονοκέφαλό του σε φάση άντε να δούμε τι θα γίνει, παρακολουθώντας το μάνατζερ να ετοιμάζει το σετάκι ξεματιάσματος μιας χρήσης με το λογότυπο της πολυεθνικής.

- πριν σε ξεματιάσω όμως αγόραρε θέλω μία χάρη, είπε ο μάνατζερ με αυτοπεποίθηση.

- τι πράγμα; ρώτησε ο Υπερόπτικ βαριεστημένα.

- θέλω να μου πεις την προπαίδεια του τέσσερα ανάποδα. Είναι ένα μικρό τεστ που μας επιτρέπει να διασφαλίσουμε ότι ό πελάτης έχει πάντα δίκιο.

- να διαπιστώσετε εννοείς, έκανε ο Υπερόπτικ με μια υποψία ενδιαφέροντος.

- όχι να διασφαλίσουμε. Εμείς εδώ στην εταιρεία πιστεύουμε πολύ στην αριθμολογία. Όταν ένας πελάτης λέει μπροστά μας την προπαίδεια του τέσσερα, τότε μπορεί να χαρακτηριστεί ακίνδυνος για το ΣΚΟΠΟ και εμείς να προβούμε στο ξεμάτιασμα κανονικά.

- γιατί; ποιον σκοπό; ρώτησε ο Υπερόπτικ φανερά περίεργος πλέον.

- ο σκοπός είναι πάντα να απολαμβάνετε μια κούπα καφέ όπως σας αξίζει, είπε ο μάνατζερ με τη φωνή ανδροειδούς. Το τέσσερα είναι ο μαγικός αριθμός του καφέ που ηρεμεί τα νεύρα και αντιστοιχεί στους τέσσερις πυλώνες του καλού καφέ.

- ποιοί είναι οι πυλώνες του καλού καφέ; ρώτησε ο Υπερόπτικ στ’αλήθεια ιντριγκαρισμένος.

Ο εξέκιουτιβ πήρε ύφος δεκαπέντε χιλιάδων καρδιναλίων, κοίταξε τον Υπερόπτικ με το ύφος του μύστη που ετοιμάζεται να μυήσει τον άσχετο, και άρχισε να απαγγέλει με πλαστή φυσικότητα:

- οι τέσσερις πυλώνες του καφέ… άρωμα, γεύση, χρώμα, εθρευμενστότητα.

- τι πράμα; είπε ο Υπερόπτικ

- εθρευμενστότητα… είναι αυτό που οι λαϊκοί ονομάζουν «χαλινδρομόρηση»

- τι γλώσσα είναι αυτή; έκανε ο Υπερόπτικ που άρχισε να βαριέται με τον τρόπο που ρέταρε η φάση.

- η γλώσσα του παλιού καφενέ… έκανε ο εξέκιουτιβ νοσταλγικά. Και τώρα λέγε την προπαίδεια μη σε αρχίσω στις γρήγορες ε…. Για να προβούμε στο ξεμάτιασμα εννοώ.

- κοιτάξτε εγώ με την προπαίδεια ποτέ δεν είχα καλή σχέση. Ίσως να μη μου αξίζει να απολαύσω αυτόν τον καφέ και μάλιστα έλεγα να πηγαίνω σιγά σιγά…

- και να βγεις μ’αυτό το μάτι έξω; α θα το πάρω προσωπικά, δε σε αφήνω εγώ. Α θα τσακωθούμε, χεχεχε που λέει ο λόγος. Αλλά επειδή καταλαβαίνω ότι ίσως έχετε και δουλειές, αν και φαίνεστε τρελός χαραμοφάης συγχωρήστε μου το θάρρος, μπορώ να κάνω το ξεμάτιασμα ακόμα κι αν μου πείτε τέσσερα πράγματα που σας δίνουν δύναμη να συνεχίσετε να ζείτε παρόλη τη σαπίλα του κόσμου μας.

Τι έγινε ρε παιδιά; σκέφτηκε ο Υπερόπτικ. Τι συζήτηση είναι αυτή;

- κοιτάξτε εγώ έναν καφέ ήθελα να πιω

- ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ ΕΝΑΣ ΚΑΦΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΞΕΡΕΙΣ ΚΑΛΑ ΛΑΜΟΓΙΟ ούρλιαξε ο εξέκιουτιβ στο αυτί του Υπερόπτικ

- ΜΑ ΤΙ ΑΛΛΟ ΕΙΝΑΙ;;;;;;; γκάριξε και ο Υπερόπτικ σκασμένος με τον παραλογισμό της φάσης

- ΕΙΝΑΙ Η ΣΤΙΓΜΗ ΤΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΣΟΥ ΣΤΟΚΕ έσκισε τα λαρύγγια του ο μάνατζερ

- ΑΠΟ ΠΟΥ ΚΙ ΩΣ ΠΟΥ ΣΕ ΕΒΑΛΑ ΤΣΟΛΙΑ ΣΤΑΡΧΙΔΙΑ ΜΟΥ ΡΕ ΚΩΛΟΜΑΝΑΤΖΕΡ ΤΟΥ ΚΩΛΟΥ, ΜΑΛΑΚΑ, ΠΟΥΘΕΝΑ!, ούρλιαξε σαν να μην υπάρχει αύριο ο Υπερόπτικ

- ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΒΓΗΚΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΗΛΙΘΙΕ ΠΡΟΣΕΥΧΟΜΕΝΟΣ ΣΤΟΥΣ ΑΡΧΕΓΟΝΟΥΣ ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΝΑ ΣΟΥ ΔΩΣΟΥΝΕ ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΣΤΟΚΕ ΝΑ ΦΕΡΕΙΣ ΣΕ ΠΕΡΑΣ ΤΟ ΕΡΓΟ ΣΟΥ ΨΩΝΑΡΑ!!!!!!!!!!!!!

Τα λόγια του μάνατζερ έχωσαν ένα μεταφυσικό χαστούκι στη βαριεστημένη υπεροψία του Υπερόπτικ.

- δηλαδή… δηλαδή οι προσευχές εισακούονται; ρώτησε με φωνή μικρού παιδιού μπροστά σε βιτρίνα παιχνιδιών τα χριστούγεννα ο Υπερόπτικ.

- Όχι. Έκανε ο μάνατζερ με σοβαρό ύφος. Δηλαδή δε νομίζω, δεν ξέρω, το μόνο που ισχύει σίγουρα είναι το ξεμάτιασμα.

- δηλαδή τουλάχιστον οι αρχέγονοι γίγαντες υπάρχουν; και ακούν τι λέμε; και μας στέλνουν βοήθεια; έκανε ο Υπερόπτικ με φωνή μικρού παιδιού στα γόνατα του άη Βασίλη.

Ο μάνατζερ κοίταξε τον Υπερόπτικ σα χάνος.

- πού να ξέρω εγώ αν υπάρχουν;

- μα τότε πώς ξέρεις ότι προσευχήθηκα στους αρχέγονους γίγαντες, και προς τι όλη αυτή η παλαβομάρα του ξεματιάσματος δηλαδή; είπε ο Υπερόπτικ απεγνωσμένα.

- κοίτα φίλε, έκανε ο μάνατζερ εγκαταλείποντας την περσόνα του εξέκιουτιβ. Κι εγώ δουλεύω εδώ, μου δώσανε απλά αυτά τα λόγια να διαβάσω, ηθοποιός είμαι, μην τρελαίνεσαι.

- τώρα είναι που δε βγάζει τίποτα νόημα ρε πούστη, έκανε χιλιομπερδεμένος ο Υπερόπτικ. Τι σκατά πλάκα είναι αυτή;

- πλάκα; ε όχι και πλάκα, είπε αληθινά προσβεβλημένος ο μάνατζερ, και άρχισε να βήχει, ε γκουχ γκουχ χμ χμ, έλα τώρα αγόραρε, δεν πιστεύω να μάσησες, ηθοποιός, μα τι γελοίο χοχοχοχοχοχο πλάκα κάνω - εγώ έχω να περάσω από θέατρο πιο πολύ καιρό από όσο ο Κραουνάκης να κάνει δίαιτα! Χαχαχαχαχα καλά τα λέμε ε; έκανε με γκέι φωνή ξαφνικά, λοιπόν κούκλε μην ξεχνιόμαστε, ξαναμπήκε γρήγορα στο ρόλο με νέο οίστρο ο μάνατζερ, πες τουλάχιστον τέσσερα χαρακτηρολογικά στοιχεία που αναζητάς στο ιδανικό σου ταίρι να προβούμε στο έργο, είπε ρίχνοντας λάδι από ένα μικρό μπουκαλάκι σε ένα ποτήρι γεμάτο νερό, ενώ άρχισε να φτύνει τον κόρφο του.

- ΜΑ ΤΙ ΣΚΑΤΑ γίνεται εδω μέσα; γκάριξε ο Υπερόπτικ απηυδησμένος, δε θέλω να με ξεματιάσεις ρε φίλε, άστοδιάλο και συ και οι καφέδες σου, δεν ξέρω τι κάνετε εδώ μέσα αλλά την κάνω όπως είμαι, «αγόραρε», και ευχαριστώ πολύ γεια σας ε μα είστε όλοι τρρρρρρελοί εδω μέσαααααααα
ΕΙΣΤΕ ΟΛΟΙ ΤΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΕΛΛΛΛΛΛΛΛΛΛΛΟΙΙΙΙΙΙΙΙ ΑΑΑΑααα

Είπε ο Υπερόπτικ με μια φωνή
που
Ωχ
Παναγία μου
δεν ήταν δική του
ήταν η φωνή της Μαίρης Αρρρρρώνη
και ξαφνικά ΚΑΤΑΛΑΒΕ

ΝΑΙ

ΚΑΤΑΛΑΒΕ

ΚΑΙ ΑΚΟΥΣΕ ΤΑ ΜΑΚΡΙΝΑ ΧΑΧΑΝΗΤΑ

ΚΑΘΩΣ Ο ΗΛΙΟΣ ΕΠΝΕΕ ΤΑ ΛΟΙΣΘΙΑ ΣΕ ΜΙΑ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΓΥΡΙΝΟΥΣ

ΚΑΙ ΣΤΡΑΦΗΚΕ ΠΡΟΣ ΤΟ ΛΟΦΟ

ΚΑΙ ΕΙΔΕ ΤΙΣ ΣΚΙΕΣ

ΠΟΥ ΚΑΤΑΠΙΝΑΝ ΤΟ ΝΟΗΜΑ

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΚΟΣΜΙΚΕΣ ΤΟΥΣ ΒΟΥΤΥΡΟΦΕΤΕΣ

ΕΝΩ ΒΟΥΤΑΓΑΝ ΣΕ ΑΧΝΙΣΤΟ ΚΑΦΕ

ΕΝΑ ΕΝΑ, ΕΝΑ ΕΝΑ

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ Ο ΥΠΕΡΟΠΤΙΚ ΑΓΑΠΗΣΕ ΜΙΚΡΟΣ

ΠΑΕΙ, ΤΟ ΧΑΣΑ ΕΙΠΕ Ο ΥΠΕΡΟΠΤΙΚ

και έγινε άλογο

κλιπ κλοπ κλαπ κλοπ κλαπ κλιπ


κλιπιτικλοπ κλιπιτικλιπ
Υπερόπτικ, 2012

Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2011

ο ήλιος του σεπτέμβρη


Και να που ο σκληρός πρωινός ήλιος του Σεπτέμβρη βρίσκει τον Υπερόπτικ να στέκει στη μέση του δωματίου, σαστισμένος ανάμεσα σε δυο ζωές, ενώ προσπαθεί να χωρέσει μια οχταετία σε περίπου δεκαπέντε κούτες.
Τα υπερβατολογικά μαθηματικά στα οποία καλείται να επιδοθεί ο Υπερόπτικ περιλαμβάνουν ασύμμετρες έννοιες, όπως μέρες, χρόνια, ώρες, λεφτά, πράματα, σελίδες, λέξεις, ευκαιρίες, αποφάσεις, τσιγάρα, φορές, βιβλία, διαστήματα, σκουπίδια.
Όλα μετρήσιμα από κάποιον που θα καθόταν να τα μετρήσει, όλα απελπιστικά για κάποιον που νιώθει ανίκανος μπροστά στη στυγνή αφηρημένη επανάληψη που γεννάει τους αριθμούς.
Και παραλύει ο Υπερόπτικ με τον Αριθμό, γιατί είναι θελκτικός μέσα στη δύναμή του, προσφέρεται για αγκιστρωτήρας νοήματος, μαγεύει το ίδιο το ραββίνο, το μπακάλη, το Λακάν, το λογιστή, το μαρξιστή, την κυρα μαλάκω που τσιρίζει το μεσημέρι στη γειτονιά
- 33 χρονών άνθρωπος
- 7 χρόνια τώρα
- 5 δεκάρες
Και οι άνθρωποι συνεννοούνται, και υπογράφουν χαρτιά, και συνεχίζει ο κόσμος, και τα τρένα ξεκινάνε στις 6:45 το πρωί, 1 ώρα πριν εκεί, με 2 βαλίτσες, κι αν κάποιος τολμήσει να σχετίσει τα αδιανόητα μαθηματικά της ζωής σε μια πρόσθεση ημερών, λεφτών, στιγμών, φορών, σελίδων και βαλιτσώνε, θα πει πως πέρασε τη λεπτή γραμμή κατέλυσε το συμβολικό κανόνα και είναι για το τρελάδικο

Ο Υπερόπτικ τον καταλαβαίνει τον τρελό, πολύ καλά, γιατί στη βάση των ατσαλένιων κτηρίων που στέκονται χάρη σε αλγόριθμους και εξισώσεις, βρίσκεται το μηδέν, και το ένα, η συνδιαλλαγή μας με το κενό και την ύπαρξη, κείτεται έτσι δωρεάν κάτω από απτά πρακτικά σοβαρά λογικά στιβαρά πεζά αυταπόδεικτα πράγματα
Και γάμησέ τα, το πιο ηλίθιο βιβλίο φαντασίωσης και συμβολισμού να διαβάσεις για αρχάριους, θά πρεπε να το καταλάβεις, να το έχεις μαζί σου, να το ξέρεις,
Ότι η κατασκευή του διακριτού γίνεται με νυστέρι στην πλάτη του συνεχούς

Αλλά ντάξει, έτσι πάει, καθένας τραβάει τις δικές του χαρακιές, λίγο πιο πέρα λίγο πιο δώθε από τα ήδη χαραγμένα τάστα της κοινής εμπειρίας, μετράμε τους πόνους και τις αγάπες μισό συγκρίνοντας, μισό διαλύοντας τα μέτρα, στεκόμαστε στη βίγλα της δικής μας ζεστής στιγμής, κι αναρωτιόμαστε πού πατάνε τα πόδια μας, πού πρέπει να πάμε, ποιο νόημα να αγκαλιάσουμε, ποιες τρύπες να αποφύγουμε,

Ε και τι να πεις
Τελικά
Εντάξει ρε παιδιά
Δε λέει και τίποτα
Καλοί οι αριθμοί, καλά τα διακριτά,
Και τα νοήματα και όλα αυτά
Αλλά στο κάτω κάτω
Δεν είναι κακό
Να πέσουμε και λίγο στο επίπεδο του ζώου
Να θυμηθούμε ότι χτίσαμε παπάδες και πολιτισμούς
Πάνω από ορμές κι οσμές
Και δε μας γαμάνε κι οι παπάδες κι οι πολιτισμοί
Και οι πολύπλοκες σκαλωσιές και τα επιχειρήματα
Μας κάνουν και ξεχνάμε
Να γουστάρουμε
Να γελάμε σα χαρμόσυνα γουρούνια που κυλιούνται ανέμελα στο λάκκο με τ'αστεία
παίρνουμε τον εαυτό μας πολύ στα σοβαρά

Και ξεχνάμε οι μαλάκες
Ότι ένα κι ένα κάνουν ένα, κάνουν δύο, κανένα, άμα λάχει κάνουν και άπειρο.

ΕΕΕΕεεεε ΜΑΑαααα
ωωωωωχουυ πιααα
σιχτιρ
θα μας καλουπώσουν κιόλα
σταδιάλα
Αααααχ

είπε ο Υπερόπτικ, έσβησε το τρίτο τσιγάρο και όρμησε να συνεχίσει το πακετάρισμα ψιλοξαλαφρωμένος σε φάση.


"my days out of their aimlessness"
Hyperoptic, 2011


Κυριακή 27 Μαρτίου 2011

der graalis der archetypen der hystereopticum marinae


Και τότε ο Υπερόπτικ βούτηξε στα γαλανά νερά σαν να ήταν να συναντήσει εκείνον τον πρόγονο του ανθρώπινου είδους που υπήρξε το πρώτο αμφίβιο που είπε να βγει και λίγο έξω, για να του πει «αδερφέ αμφίβιο εγώ θα πάρω τον αντίθετο δρόμο!». Τα νερά βάθαιναν ολοένα και περισσότερο και ο Υπερόπτικ έκανε τη μεγαλύτερη βουτηχτή στη ζωή του - αλλά ήξερε ότι ο κόσμος των κοραλλιών και του βυθού σε λίγο θα του ανήκε όταν τα βράγχια θα άρχιζαν να σχηματίζονται στα πλευρά του.
Ο βυθός δε διακρινόταν καν όταν τα νερά άρχισαν να πλημμυρίζουν τα ανθρώπινα πνευμόνια του Υπερόπτικ, και ο Υπερόπτικ έκλασε μέντες - αλλά τότε ήχησαν στο μυαλό του τα λόγια του θείου Σαμ από τη διαφήμιση:  

- you can do it boy!!! This is america!!!!! Come on kick some fish ass you bloody bastard!!!!! You filthy cocksucker!!!!! Believe it and you will see it asshole!!!!!



Και ένα κύμα αμερικάνικης αυτοβοήθειας σάρωσε τις πενιχρές του αναστολές. Θα πήγαινε στο βυθό, θα κατάπινε τη σωστή ποσότητα νερού, θα ούρλιαζε τις μαγικές λέξεις χωρίς να βγάλει μπουρμπουλήθρες και, τσούπ! Τα βράγχια θα φύτρωναν μαγικά όπως το υποσχόταν το φυλλάδιο. 

Το φυλλάδιο που μέρες τώρα αποτελούσε το μοναδικό θέμα συζήτησης των Υπερόπτικ Σαρκάστικ, που άλλαξε δραματικά την τροπή των καλιφορνέζικων διακοπών τους, το φυλλάδιο που τυχαία έπεσε στα χέρια τους όταν τα μούλικα των Δημητροπουλαίων της διπλανής ξαπλώστρας ενόχλησαν τις ξεδιάντροπα αραχτές ξάπλες του αχτύπητου διδύμου με χειροποίητες λογής λογής σαΐτες πού φευγαν από τα λιγδωμένα χέρια τους σαν ανάλαφρα πουλιά το ηλιοβασίλεμα.

Τέρμα οι διακοπές, σκέφτηκε ο Υπερόπτικ και αποχαιρέτισε τις τελευταίες φυσαλλίδες οξυγόνου από τα πνευμόνια του. Εμπρός για το θαλάσσιο πλούτο! Και έδωσε μία με τα πόδια του για να χωθεί ακόμα πιο βαθειά στην υγρή άβυσσο που τον περίμενε. 

Όμως λέγανε οι παλιοί, και είχαν δίκιο: το πνεύμα μπορεί να κάνει κρα, αλλά η σάρξ είναι προδότρα σύζυγος που κοιτάει τη βολή της. Πιάνει το πνεύμα, του περνάει χαλινάρια και κουλούρα και το δένει στο αλώνι του συμβιβασμού υποχρεώνοντάς το να μυρηκάσει τη μετριότητά του μέχρι να πει αμήν. Αυτό έπαθε και ο Υπερόπτικ τη στιγμή που του τέθηκε το ερώτημα: θα κάνεις το άλμα στο κενό διακινδυνεύοντας να πνιγείς προκειμένου να βγάλεις βράγχια όπως υπόσχεται ένα αμφίβολο φυλλάδιο που μπορεί τα μούλικα των Δημητροπουλαίων να τύπωσαν στο υπόγειο του τυπολάτρη θείου τους που είναι ερασιτέχνης τυπογράφος;

Θεέ μου τι πάω να κάνω; τρελάθηκα; 
Ένας κεραυνός λογικής έσκισε τον εγκέφαλο του Υπερόπτικ σπέρνοντας τον πανικό στις συνάψεις του. 
Θα πνιγώ, το έχω χάσει τελείως; 
και ο Υπερόπτικ άρχισε να κινεί τα άκρα του τρελά προσπαθώντας να ανέβει στην επιφάνεια, συνειδητοποιώντας τη μέγιστη μαλακία την οποία παρά τρίχα να διαπράξει.

Όσο πλησίαζε τα πάνω στρώματα του νερού έλαμπαν με όλη τη δύναμη του αστραφτερού καλοκαιρινού ήλιου που έσπερνε πάνω στο κύμα μυριάδες καθρεφτίδια, και ο Υπερόπτικ αναρωτιόταν χαροπαλεύοντας χωρίς ανάσα πώς ήταν δυνατόν να πειστεί να πάει να πνιγεί άδικα στη μέση των καλιφορνέζικων υπεροπτικοσαρκαστικών του διακοπών. Εκτός εάν….
Εκτός εάν ο θείος Σαμ σου στέλνει σουμπλίμιναλ μέσατζης για να βρεις πρώτος στον κόσμο - εκμεταλλευόμενος τα τελλουρικά ρεύματα και το εκκρεμές του Φουκώ - την ακριβή τοποθεσία του βυθού του μπικίνι…
Ναι…. Εκτός εάν, σκέφτηκε ο Υπερόπτικ ρουφώντας μια νοητική ρουφηξιά από τα φιλμ νουάρ τσιγάρα του και διάνυσε τα τελευταία μέτρα μέχρι τον πολυπόθητο αέρα, το γαλανό ουρανό και τον κατακόκκινο ήλιο.
όποιος καταφέρει να ελέγξει τι μπαίνει στον κώλο του Πάτρικ του Αστερία μπορεί να μετακινήσει ηπείρους, να προκαλέσει εκρήξεις ηφαιστείων, να κινήσει τις τεκτονικές πλάκες…. Ήχησε επιβλητική η φωνή του θείου Σαμ στο μυαλό του.
Αρκετά! Αρκετά με αυτή την τρέλα!!!! Ούρλιαξε ο Υπερόπτικ και κολύμπησε μανιασμένα προς την ακτή. Ο Σαρκάστικ τον περίμενε με πλήρες σετ πικ νικ και ανοιγμένες κονσέρβες σαρδέλας, τσιροσαλάτα, μπεκρή μεζέ, χαλαπένιος και τεκίλα με αλάτι έξτρα.

-Τρελάθηκες Σαρκάστικ;;;;;; Τι μπουφές είναι αυτός με σαράντα βαθμούς υπό σκιάν;;; ΤΡΕΛΑΘΗΚΕΕΣ;;; ούρλιαξε ο Υπερόπτικ πεθαίνοντας για ένα ποτηράκι νερό μπας και καταφέρει και ξελαχανιάσει από πριν που είδε το χάρο με τα μάτια του.

-Έλα τώρα Υπερόπτικ. Αφού το λέει το φυλλάδιο: πρέπει να πάμε έτοιμοι στο «δρόμου του νερού» - και τι καλύτερο από έναν αλμυρό μπουφέ που θα μας λυσσάξει στη δίψα πριν ρουφήξουμε όσο νερό χωράνε τα πνευμόνια μας, έκανε ο Σαρκάστικ και έκλεισε πονηρά το μάτι στον Υπερόπτικ. 

Σαρκάστικ δεν ξέρω αν είμαι έτοιμος. Δεν ξέρω καν αν υπάρχει ένας κόκκος αλήθειας στο βυθό του μπικίνι. Η αφίσα μπορεί να είναι μια μεγάλη πλάκα και εμείς υπέρτατοι μαλάκες που είναι τόσο απελπισμένοι για νόημα ώστε να χάψουν την πρώτη μαλακία που τους φαίνεται ενδιαφέρουσα.

Ο Σαρκάστικ δε μίλησε. Πήγε αργά προς την ψάθα, έψαξε λίγη ώρα στη μεγάλη τσάντα του μπάνιου κι επέστρεψε με ένα χιλιοτσαλακωμένο χαρτί που το έβαλε μπροστά στη μούρη του Υπερόπτικ καρφώνοντάς τον με το βλέμμα του ανθρώπου που είναι έτοιμος να χάσει την υπομονή του.
- δηλαδή θες να μου πεις ότι «αυτό» είναι απλά ένα κωλόχαρτο ε; 


Ο Υπερόπτικ έσκυψε το κεφάλι ταπεινωμένος.

- έχεις δίκιο Σαρκάστικ… ο θείος Σαμ…δεν μπορεί να είναι πλάκα. Αλλά να… προσπάθησα να βουτήξω, να καταπιώ νερό, να πιάσω πάτο, να βγάλω βράγχια, και κότεψα. Κότεψα Σαρκάστικ, δεν ξέρω αν έχω τη δύναμη να αγγίξω στ’αλήθεια ένα τέτοιο μυστικό… Ο βυθός του μπικίνι είναι το δικό μας γκράαλ Σαρκάστικ. Αν καταφέρουμε να εντοπίσουμε πού βρίσκεται όλα θα τελειώσουν - ή θα αρχίσουν, κι εγώ δεν ξέρω αν είμαι έτοιμος να μάθω τι είναι γραμμένο στο σφουγγαρένιο πίνακα. Κι ο αποκρυφισμός με τρομάζει Σαρκάστικ - αν υπάρχει τόση γαμάτη γνώση σε όλα αυτά, τι χρειάζεται τόση μυστικότητα; μήπως για να καλύψει την τραγική έλλειψη περιεχομένου; μου βρωμάει αυτή η ιστορία Σαρκάστικ. Μου φαίνεται ότι πάμε ντουγρού να μπλεχτούμε στο χορό των τρελών θεματοφυλάκων χιμαιρικών αληθειών, είπε ο Υπερόπτικ κάνοντας κατάχρηση της γενικής μπας και μπερδέψει το γατόνι συνομιλητή του που βέβαια δε μασάει από τέτοια.

Κι έπειτα… είναι και το άλλο, έκανε ο Υπερόπτικ. Κι αν φτωχικό το βρούμε το βυθό του μπικίνι; μήπως η αφίσα θα μας έχει γελάσει; και μήπως το ωραίο ταξίδι ως το βυθό θα είναι και το τελευταίο μας; θέλω να ζήσω Σαρκάστικ. Θέλω να δω κι άλλα λιμάνια, θέλω να ανέβω σε πολλούς ακόμα λόφους να περιμένω το τέλος - κι ακόμα δεν έχω κάνει τικ παρά στο δέκα τοις εκατό των πραγμάτων που πρέπει να δει κανείς πριν πεθάνει σύμφωνα με τους Αρχέγονους Γίγαντες. 

Εν ολίγοις κλάνεις μέντες, σάρκασε ο Σαρκάστικ. Πες το, μολόγα το και μη με πρήζεις άλλο.    

Ε ναι κλάνω μέντες, παραδέχτηκε τσαντισμένα ο Υπερόπτικ. Από την άλλη και το πλάνο «βουτάμε μέσα» δεν είναι και ό,τι πιο οργανωμένο έχουμε κάνει. Δεν έχουμε καν το εκκρεμές του Φουκώ, δεν υπάρχει καν χάρτης για να προσανατολιστούμε, ο Τζιμ της Κάνναβης είναι τόσο καμμένος που ούτε που κατάλαβα τις αποκρυφιστικές του πίπες την τελευταία φορά, και πολύ φοβάμαι ότι η Καλιφόρνια είναι η λιγότερο πιθανή υποψήφια από τις 8 πόλεις που διεκδικούν το βυθό του μπικίνι. Δηλαδή αν πρόκειται να αδράξουμε τον κοσμικό λεβιέ από τον κώλο του Πάτρικ του Αστερία και να κάνουμε εξτρήμ μεηκόβερ στη γη θα έπρεπε να έχουμε μια ιδέα του τι κάνουμε και γιατί το κάνουμε για μια φορά στη ζωή μας, γαμώ το κέρατό μου γαμώ, ούρλιαξε εκτροχιασμένος ο Υπερόπτικ που όσο μίλαγε ταυτιζόταν όλο και περισσότερο με την ίδια του την τσαντίλα.

Ο Σαρκάστικ αντί να τσαντιστεί κι εκείνος, κοίταξε τον μετακυτταρικό του σύντροφο με το βλέμμα του χριστιανού αγαπησιάρη εντομολόγου που μόλις ανακάλυψε άλλο ένα έντομο στη συλλογή του με υστεροσυμπεριφορικά κολεόπτερα των αστικών δασών. 

Χαλάρωσε ρε Υπερόπτικ. Δίκιο έχεις. Γιατί το κάνεις τόσο θέμα; είπε ανάβοντας την κοραλλένια πίπα του και αράζοντας στην αιώρα που πριν λίγες ώρες έστησαν οι δυο τους ανάμεσα στους δυο μοναδικούς φοίνικες της παραλίας.

Ο Υπερόπτικ ένιωσε το χαστούκι της αυτοσυγκράτησης να του χώνει μια γερή στο μάγουλο και γέλασε πονηρά αφήνοντας το εντομολογικό κλικ του Σαρκάστικ να συντονιστεί με τα δικά του ένστικτα αποστασιοποιημένου νηφάλιου αναστοχασμού.

Χμ… ναι. Τόχασα λίγο. Σόρρυ ρε Σαρκάστικ. 

Σάββατο 19 Μαρτίου 2011

Χάμλετ ή Το Μπαρόκ Δράμα του Υπερόπτικ στα στενά του Χρόνου



Ω φίλε Σαρκάστικ φίλε Σαρκάστικ. Είμαι ένα μηδενικό, σκέφτηκε ο Υπερόπτικ και πέταξε το βελούδινο μανδύα της ντίβας από τους χιονισμένους ώμους του. Έβγαλε το κραγιόν που φορούσε σκουπίζοντάς το στις βαριές κόκκινες κουρτίνες της αυλαίας, και άφησε το πρόσωπό του να παραμορφωθεί από την κραυγή του θεατρίνου ουρλιάζοντας από τη μέση της σκηνής:
Ποιός είμαι Σαρκάστιιιιιιικ;….. Ποιός είμαιιιιιιι…….
Το θέατρο ήταν άδειο. Ο Υπερόπτικ κατέβηκε από τη σκηνή έχοντας συναίσθηση του τραγικού του μεγαλείου και έσυρε τα βαρειά του βήματα μέχρι το φουαγιέ. Κατέρρευσε στο σκαμπό του μπαρ, μετά το δεύτερο ουίσκι που του σέρβιρε ο Τζακ, ο παλιός του αμπιγιέρ.

- τι τρέχει κύριε; δε σας έχω ξαναδεί σε τέτοια υπαρξιακή κρίση. 
- χέσε μέσα κακόμοιρε Τζακ. Είναι φορές που η ζωή φαντάζει τόσο… τόσο…
- κενή κύριε;
- ναι Τζακ. Ναι αυτό είναι. Κενή, είπε ο Υπερόπτικ και χάρισε ένα χαμόγελο στον κακομοίρη το Τζακ. Α ρε Τζακ. Έκανε μετά συλλογισμένος. Βλέπεις κι εσύ τόσο κόσμο να πηγαινοέρχεται… τόσες μεγάλες ντίβες… τόσοι και τόσοι ζεν πρεμιέ με τα χούγια τους και τα κουσούρια τους… α ρε Τζακ… έχεις ζήσει κ εσύ…
- εγώ κύριε… πήγε να ξετυλίξει ο Τζακ το σεντόνι της παρατηρητικά πολυτάραχης ζωής του
- φτάνει Τζακ. Φτάνει. Είναι φορές που τα λόγια μας προδίδουν Τζακ… και αυτή η φορά είναι μια απ’αυτές. Πιάσε ένα μπουκάλι Τζέιμσον και άσε με μόνο μου Τζακ… είπε ο Υπερόπτικ με φωνή που δε σήκωνε αντίρρηση. Ο Τζακ που κάτι ήξερε από παραξενιές θεατρανθρώπων έκανε ό,τι του είπε ο Υπερόπτικ - κι έπειτα έκλεισε ταμείο και τράβηξε για το φτωχικό του στο Γέρακα όπου τον περίμενε η γυναίκα του να βριστούνε για σαββατοκύριακο.

Πόσες ζωές… πόσοι ρόλοι… σκέφτηκε ο Υπερόπτικ ενώ ανέβαινε ξανά στην άδεια σκηνή παρέα με τον πιστό του Τζέιμσον τον κύριο Ουίσκη. 
Στημένο το σκηνικό, ακόμα ζεστό από τα βήματα των ηθοποιών και τον απόηχο του χειροκροτήματος… κι ο Υπερόπτικ, ένα μοναχικό φάντασμα στα χαλάσματα του σάπιου βασιλείου της Δανιμαρκίας - άρχισε να περιπλανιέται με την κρυφή ελπίδα να συναντήσει τον Άμλετ ή έστω την Οφηλία - να δει τα χειρότερα μπας και του φύγει λίγο από το υπαρξιακό του άλγος . 

Ανέβηκε στις πολεμίστρες και άραξε στην άκρη κάνοντας τη φιγούρα Σπάιντερμαν που αρμόζει σε τέτοιες υπαρξιακά βιγλιστικές φάσεις. 
Κάτω του απλωνόταν η πεδιάδα. Γεμάτη από τις καλύβες των κολλήγων, που σέρνουν τις μπότες τους στη λασπουριά της κάθε μέρας χωρίς να περιμένουν τίποτα. 
- τι μάταιο το ανθρώπινο μεγαλείο…φώναξε ο Υπερόπτικ με μια φωνή που έσκισε τη νύχτα και κάλεσε τα άγρια σκυλιά των διπλανών κάστρων σε πάρτυ ουρλιαχτών. 
Έπειτα ξέσπασε σε κλάμματα κοιτώντας προς τον ουρανό, με τις στάλες της βροχής να πέφτουν ορμητικά στο πρόσωπό του. 
- Γιατίιιιιι ούρλιαξε ο Υπερόπτικ, ΓΙΑΤΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙιιιιιιιιιιιιιιιιιι και ένα σμάρι κοράκια που θαρρείς και φώλιαζαν από πάντα στα χαλάσματα πετάχτηκε ορμητικό και άρχισε να φέρνει γύρες αψηφώντας τη βροχή.

- τι αναζητάς Υπερόπτικ σε αυτούς τους καταραμένους τόπους; άκουσε άξαφνα ο Υπερόπτικ μια αιθέρια φωνή πίσω του. 

Γύρισε για να αντικρύσει το Σαρκάστικ ντυμένο Οφηλία, γεμάτο λουλούδια στα μαλλιά και τρέλα στα μυαλά. 

Η βροχή είχε αρχίσει να κοπάζει και το δειλινό έδινε μια απόκοσμη όψη στα χαλάσματα και στη λουλουδιασμένη φάτσα του Σαρκάστικ.

- τι αναζητώ Σαρκάστικ; έλα ντε; μήπως την αλήθεια στην αναπαράσταση; μήπως την ποζεριά; την τρέλα; ή κάτι ακόμα πιο πέρα από όλα αυτά; 
- και τι μπορεί να είναι πέρα από όλα αυτά Υπερόπτικ; ρώτησε ο Σαρκάστικ 
- ο θάνατος Σαρκάστικ! Μόνο ο θάνατος. Είπε ο Υπερόπτικ τσακισμένος. Έπειτα όρθωσε το ανάστημά του, έβγαλε το σπαθί από το ζωνάρι του  και περπάτησε προς τη μέση της σκηνής για το μονόλογο που προοριζόταν να αφήσει σέκο το ακροατήριο.
Κι αν τη ζωή μου την πέρασα μέσα σε πεδία μαχών και σε βιβλία
Κι αν ρίσκαρα πολλές φορές το κεφάλι μου, για φίλους που άξιζαν, και γι’άλλους που με ευκολία μιας ανάσας με πρόδωσαν
Κι αν έψαξα την αλήθεια σε γωνιές που άλλοι ρυπαρές θα ονόμαζαν κι άλλοι ούτε να φτύσουν δε θα καταδέχονταν 
Κι αν ανασκάλεψα τα όνειρά μου όπως ο γέρος ψαράς τις τσέπες του παντελονιού του την αυγή 
Κι αν φορές φορές μου φαινόταν ο εαυτός μου απάλευτος - ο ναρκισσισμός μου ποταπός - και τούτο το σώμα που το σέρνω χρόνια τώρα από λάθος σε λάθος, κοίτα το, ζάρωσε Σαρκάστικ, δεν είναι πια αυτό που ήταν - 
Προσπάθησα… προσπάθησα όσο μπορούσα Σαρκάστικ!
Προσπάθησα κι όταν ακόμα οι αρουραίοι της νύχτας σιγότρωγαν το σκελετό του κουράγιου μου
Ακόμα κι όταν είδα το βασιλιά να κλαίει σκυφτός πλάι στο κουφάρι της ματαιοδοξίας του
Ακόμα κι όταν η νύχτα ήρθε να με βρει σε μια αφύλακτη στιγμή, κι εγώ έσκυψα και κάλυψα το ζοφερό της πρόσωπο με τα αγρίμια των αναστεναγμών μου
Κι όταν ο χρόνος μου χτύπησε την πόρτα με βαριά βήματα, για να με ρωτήσει - να με ρωτήσει Σαρκάστικ! Να με ρωτήσει ποιός είμαι… δεν ήξερα τι να του πώ Σαρκάστικ. Και σώπασα…

- Φτωχέ μου Υπερόπτικ… πώς βάθυναν έτσι οι ρυτίδες στο πρόσωπό σου; θαρρείς και τα νύχια της μοίρας έπαιξαν άσχημο παιχνίδι σκάβοντας τα μάγουλά σου… είπε τραγουδιστά ο Σαρκάστικ παιχνιδίζοντας χαρούμενα στα ρυάκια του μπαρόκ.
Κι έπειτα… έπειτα είναι και τα μαλλιά σου. Άσπρισαν πια… θυμάμαι σα ζουμπούλια τις τζίβες σου να ξεχύνονται στη γαμψή σου μύτη… και λογής λογής πουλάκια κι έντομα να χτίζουν φωλιές εκεί μέσα… πού πήγε τόση ομορφιά Υπερόπτικ; ω χρόνε σκληρέ που μαραίνεις τα λουλουδάκια και ασχημίζεις τη μούρη των τρελών και των γνωστικών το ίδιο, καθώς στο διάβα σου σαρώνεις τα πάντα με το φλογοβόλο της λήθης… 

- τίποτα δεν έμεινε από την πρότερή μας δόξα Σαρκάστικ. Κοίτα με. Ένα ερείπιο της ζωής, ένας γέρος θεατρίνος που σέρνει την ανάγκη του από σκηνή σε σκηνή, απο ψέμμα σε ψέμμα Σαρκάστικ… κι έπειτα κοίτα και σένα… πώς κάποτε στο βλέμμα σου μπορούσα να ξεκουράζω τις άεργες ώρες μου… τώρα; τώρα άγρια ελάφια φυλάνε τους συλλογισμούς σου, και τα λουλούδια στα μαλλιά πιότερο δείχνουν την τρέλα σου παρά την κρύβουν…

- κι από πότε σύντροφέ μου Υπερόπτικ φοβάσαι εσύ την τρέλα;

έθεσε ξαφνικά ο Σαρκάστικ το πιο καίριο ερώτημα της βραδιάς.

Κι από πότε λυγίζεις κάτω από το βάρος του χρόνου; η τρέλα -  φιλόξενο καταφύγιο για τους φυγάδες του χρόνου σαν κ εσένα κ εμένα Υπερόπτικ! Μήπως το ξέχασες, σοβάρεψες, βλάχεψες κι αμόλησες κουτσούβελα; μήπως αγχώθηκες κιόλας για την κατάσχεση του πατρικού σου πύργου στη Μάνη; ή για τους απλήρωτους λογαριασμούς και τους κλητήρες που προσπαθούν με πολιορκητικούς κριούς να μπουν σπίτι σου να σηκώσουν τα χαλιά; ή μήπως όλα αυτά είναι τερτίπια που θαρρείς πως θα με πείσουν να σ’αφήσω να πας για ύπνο από τώρα, για να ξυπνήσεις στις 7 να προλάβεις την ουρά του ΙΚΑ παρέα με τα άλλα ραμολημέντα σαν και του λόγου σου;

Τα σκληρά λόγια του Σαρκάστικ έπεσαν σαν απαλό χιόνι στη φλογισμένη ψυχή του Υπερόπτικ. 

Ξάφνου η τραγικότητα που μάστιζε την καρδιά του καταλάγιασε, κι έκανε χώρο στο χαβαλέ, ο οποίος θρονιάστηκε σαν καρεκλοκένταυρος φέρνοντας μαζί την αισιοδοξία και την ιλαρότητα και κάνοντας το γκοθ δράμα του Υπερόπτικ να φαντάζει αμήχανο και άκαιρο.

- πωπω… δίκιο έχεις… πάμε να φύγουμε από αυτόν τον παλιό κόσμο που ψυχορραγεί Σαρκάστικ! Αρκετά ψυχοπλακώθηκα… φτάνει! Θέλω κόσμο, θέλω τσάρκες και πιώμα, θέλω να κάνω τα κορδελλάκια μου και τις τρέλες μου!

- δε χρειάζεται να πάμε μακριά, απάντησε ο Σαρκάστικ και κοίταξε το ρολόι του. Είναι 9:25, η βροχή σταμάτησε και μυρίζει ήδη καλοκαίρι Υπερόπτικ. Πάμε να αλλάξουμε, να βάλουμε λαμέ, φτερά και πούπουλα και φύγαμε… 

- τέλεια, λέω να ντυθώ κότα έτσι για το εφφέ, ντύσου κι εσύ μπεκάτσα να κάνουμε θραύση, έκραξε ο Υπερόπτικ αναφτερωμένος ήδη. Και πού πάμε;

- Κάτω στην κοιλάδα έμαθα ότι έχει στήσει καμπαρέ ο Ντέιβηντ Μπάουι. Εμφανίζεται κάθε βράδυ και αυτοκτονεί επι σκηνής καταπίνοντας γκλίτερ μπροστά στους θεατές, θα γουστάρεις ατελείωτα, έκανε ο Σαρκάστικ κλείνοντας το μάτι στον Υπερόπτικ. Έχω κλείσει πρώτο τραπέζι πίστα με τον κύριο Ουίσκη. Παίζει να περάσει κ ο Άμλετ, αλλά πιο αργά γιατί έχει τα γενέθλια της δικιάς του σήμερα και τρώει παντόφλα. Αλλά ποιος τον χέζει; Νομίζω ότι δε θέλουμε τίποτα παραπάνω από μια ροκ εν ρόλ αυτοκτονία για να έρθουμε στα ίσα μας…

Και οι Υπερόπτικ Σαρκάστικ άπλωσαν τα θεατρικά τους ψεύτικα φτερά και άφησαν τα ερείπια της Δανιμαρκίας πίσω τους, ξεφεύγοντας ακόμα μια φορά στο τσακ από τη δαγκάνα του χρόνου. Για πόσο ακόμα θα μπορούν οι Υπερόπτικ να ξεγελάνε τους μασκοφόρους κλητήρες της μοίρας; για πόσο ακόμα θα διαστέλλουν το χρόνο και θα τηλεμεταφέρονται κατά βούληση; για πόσο ακόμα θα αντέχουν το τσίρκο της ύπαρξης, τη ματαιότητα των μεταμφιέσεων και των μεταφορών, τα άπειρα μπρέικθρους, τη φτήνεια των λέξεων; 

Οι Υπερόπτικ δεν ξέρουν. Αλλά ξέρουν ότι ό,τι είναι νάρθει θε να ρθεί, ότι το καλοκαίρι πλησιάζει, κι ότι όποτε γουστάρουν θα ντύνονται κότες και μπεκάτσες και θα τα πίνουν στο καμπαρέ του Μπάουι παρέα με τα φιλαράκια. 

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

Ρενέ Ντεκάρτ ή πώς ο λόγος περί της μεθόδου κινητοποιείται από τον τρόμο της τρέλας.


Βλέπουν λοιπόν οι Υπερόπτικ Σαρκάστικ τον φίλο τους το Ρενέ, το Ντεκάρτ, να ανάβει τη θερμάστρα, και να τρίβει τα χέρια του στη φωτιά και τους ζώνουν τα μαύρα φίδια. Η στιγμή είναι λεπτή γιατί ο Ρενέ είναι ευαίσθητος όταν πρόκειται να εκθέσει τις σκέψεις της ημέρας στους ιδανικούς του αναγνώστες. Είναι διάνοια ο Ρενέ, αλλά εύθραυστη ψυχοσύνθεση: συχνά γίνεται φορτικός με τις εξτραβαγκάντζες του. Ο Υπερόπτικ τσιμπάει καναπεδάκια με σολωμό και αυτοσυνείδηση από το μίνι μπαρ του Ρενέ, ενώ ο Σαρκάστικ έχοντας ήδη κατεβάσει ένα δυο κονιακάκια από τα πριν για να αντέξει την ψύχρα της φιλοσοφικής αμφιβολίας που επιφυλλάσσει η βραδιά, παραφράζει τα κάρμινα μπουράνα σε ένα αυτοσχέδιο περιπαικτικό τραγουδέτο προοριζόμενο να... πικάρει σαν μικρός χαρούμενος ψύλλος τα αυτιά του φιλοσόφου οικοδεσπότη. 

– Ω Ρενέ Ρενέ πόσο μας κουράζετε, Ρενέ Ρενέ πόσο στόκος μοιάζετε......
-          Ρενέ Ρενέ πάψτε να διαβάζετε, Ρενέ Ρενέ μην το εξετάζετε...... συμπληρώνει ανέμελα ο Υπερόπτικ από το μπουφέ.... χαχαχα.... μα πλάκα δεν έχει που ο Ρενέ επιμένει να μην αγοράζει ροκφόρ ποτέ;;; θα έλεγε κανείς ότι.... η φιλοσοφία στην περίπτωσή του συνορεύει με την.... σφιχτοχερία! Χαχαχα συγχωρέστε μου αυτό το θάρρος αλλά θάλεγε κανείς ότι ο καλός μας παλιός Ρενέ είναι απίστευτα μίζερος.... 

Ο Ρενέ ασχολείται ακόμα με τη θερμάστρα. Ξέρει ότι οι φίλοι του είναι μποέμ μπάσταρδοι που πάντα θα τον κοροιδεύουν για τη συνειδητή λιτότητα στην οποία αισθητικά περιορίζει τη ζωή του... εκείνοι δεν καταλαβαίνουν. Δεν έχουν αισθητική. Είναι κακομαθημένα καλόκαρδα χίππικα πλουσιόπαιδα. Είναι οριακά ρηχοί λεφτάδες που με κάνουν παρέα γιατί τους χρειάζεται ένα στερεότυπο γραφικού φιλοσόφου για να συμπληρώσουν τη λίστα τους με ατομάρες.... αλλά.... κατάρα... είναι οι ιδανικοί μου αναγνώστες... ας όψεται... ας όψεται θα με καταλάβουν ελπίζω και σήμερα... αλλιώς... τι τρομερή μοναξιά... τι μοναξιά....

-     Ε ό! Ρενέ! Τι συλλογιέσαι μ’αυτή τη μούρη ρεεεε;;;; Πού χάθηκες πάλι κύριε τρελέ;;;;
-    πότε θα σκάσει το χειλάκι σου ρε τρελιάρηηηηηηηηηηη στριγκλίζει ο Υπερόπτικ και κυλιέται   χαρούμενα στη μοκέτα καταβρέχοντας τον καναπέ με βυσσινάδα έτσι για πλάκα και για να.... τσιγκλίσει με χαριτωμένο και μπριόζικο τρόπο τον αγαπημένο φιλόσοφο...
-    όχι όχι παιδιά... κάτι σκεφτόμουν... δεν τρέχει... χαχα.... βυσσινάδα στον άσπρο καναπέ... πρέπει να σας διώξω με τις κλωτσιές πριν μου γκρεμίσετε το τσαρδί..... κάνει ο Ρενέ με βεβιασμένο χαμόγελο, πασιφανώς τσαντισμένος με τη υπέρμετρη γαϊδουριά των Υπερόπτικ. Αποφασίζει παρόλα αυτά στα γρήγορα να το κάνει και αυτό γαργάρα και να περάσει στο δια ταύτα.

- Αλλά ακούστε με αγαπημένοι φίλοι. Όλα αυτά δεν έχουν σημασία. Σημασία έχει αυτό που σκέφτηκα χθες.

Και ο Ρενέ πιάνει ένα μαστίγιο που έχει πάντα δίπλα στην πολυθρόνα του, σηκώνεται και κάνει ένα εφφετζίδικο κόλπο ταυρομάχου χαρακώνοντας τον αέρα πολλές φορές, κι έπειτα στρέφει αναπάντεχα το μαστίγιο με όλη του τη δύναμη – ssssschaaaaaaaaaaaaaah – προς ένα κρυστάλλινο βάζο με αζαλέες που πέφτει στο πάτωμα σε χίλια κομμάτια σκορπίζοντας νερό και γυαλιά παντού.

- τι έγινε μόλις; Ουρλιάζει ο Ντεκάρτ σε τρομερή έξαρση κοιτώντας το κοινό του με μάτια που γυαλίζουν τρελά.

Οι Υπερόπτικ ξέρουν καλά ότι ο φίλος τους κάνει ποζεριές για να τους εισάγει σε κάποια γνωσιοθεωρητική συζήτηση. Σε γενικές γραμμές οι Υπερόπτικ τα παίρνουν με το λαϊκισμό αλλά επειδή εκτιμάνε το Ρενέ από παλιά κρύβουν τη μη έκπληξή τους από το σπάσιμο του βάζου πίσω από ένα προπέτασμα ευγενούς ενδιαφέροντος και καφροαστείου για να μην τον στενοχωρήσουν:

-          μας γάμησες, αυτό έγινε λέει ο Υπερόπτικ σκουπίζοντας τα νερά πάνω στον καναπέ.
-          Καλύτερα να μπαίνεις στο ψητό χωρίς ποζεριές, τάχουμε ξαναδεί αυτά, λέει ο Σαρκάστικ λίγο ενοχλημένος.
-          Δεν είναι ποζεριά. Έσπασα το βάζο με το μαστίγιο γιατί θέλω να φανταστείτε κάτι. Θέλω να φανταστείτε πώς θα έσπαγε το βάζο αν το χτύπαγα με ένα γουρούνι... γιατί σκεφτόμουν χθες το κλασικό παράδοξο του γουρουνιού στο νερό...

-          Του γουρουνιού στο νερό;; Μα αυτό δεν είναι παράδοξο... είναι παραλήρημα! Η απόδειξη ότι ο τελευταίος απόκρυφος τόμος του Αριστοτέλη γράφτηκε όταν ο μεγάλος δάσκαλος ήταν ήδη παραδομένος στην τρέλα!... όποιος έχει ασχοληθεί με το παράδοξο του γουρουνιού στο νερό για πάνω από ένα χρόνο έχει καταλήξει άσχημα Ρενέ! Στο τρελάδικο Ρενέ!!!!... πώς είναι δυνατόν να σπαταλάς το μυαλό που σου έδωσε ο θεός για τέτοιες αποτρόπαιες αυτοκαταστροφικές μπαναλιτέ!!! Δε σε αναγνωρίζω πια Ρενέ!!! Πού πήγε το πάθος, πού πήγε η πρωτοτυπία..... πού; εξεγείρεται άξαφνα ο Υπερόπτικ ενώ ο Σαρκάστικ εξοργισμένος σηκώνεται έξαλλος από τη μαξιλάρα του και αρχίζει κ αυτός να φωνάζει:
-           Το είχες υποσχεθεί εδώ σε μας τους ίδιους μάρτυρες πέρσι το πάσχα ότι θα πιάσεις επιτέλους το ζήτημα της μεθόδου και θα αφήσεις αυτό το ηλίθιο παράδοξο για να γελάνε οι επόμενες γενιές... το υποσχέθηκες ή όχι;;;;
-          Το υποσχέθηκα... κάνει κυνικά ο Ρενέ... αλλά δεν τήρησα την υπόσχεσή μου. Κοιτάζει με ηρεμία τους τρελαμένους Υπερόπτικ. Ελάτε τώρα καλοί μου φίλοι, κάνει έπειτα με ήσυχη βαθειά φωνή. Ηρεμήστε και έχετέ μου εμπιστοσύνη. Αν ασχολήθηκα τόσο με αυτό το δίλημμα είναι επειδή βρήκα εκεί τη σπίθα που θα μοιραστώ τώρα μαζί σας. Καθίστε και ακούστε με σας παρακαλώ.

Το δωμάτιο ησυχάζει κάτω από την ήρεμη φωνή του φιλοσόφου.

-          πείτε μου με δυο λόγια τι ξέρετε για το δίλημμα του γουρουνιού, λέει ο Ρενέ και ανάβει ένα πουράκι.
-          «αν τα μάτια μου βλέπουν το γουρούνι να πετάει στο νερό τότε είμαι ψάρι» λέει ο Σαρκάστικ με ειρωνικά παπαγαλίζουσα φωνή σχολιαρόπαιδου, αρθρώνοντας το δίλημμα του γουρουνιού με τα ακριβή λόγια του Σταγειρίτη. Είναι μια παραληρηματική ταυτολογία Ρενέ... χώνεψέ το και άφησέ το...
-          Μα ναι, ρε Ρενέ... άστο μωρέ ρενέ...
-          Ναι ρε Ρενέ γάμα το το ρημάδι...
-          Μπορεί... μπορεί να είναι τα τρελά λόγια ενός γέρου που τόχει χάσει...  γιαυτό έσπασα το βάζο πριν. Γιατί έπρεπε να βρεθώ κι εγώ κοντά στην τρέλα, στον παροξυσμό.
-          Δεν πέτυχε το παράδειγμα, δεν καταλάβαμε τίποτα κάνουν οι Υπερόπτικ με μια φωνή.
-          Μα ναι! λέει ο Ντεκάρτ με ματάκια που λάμπουν. Σκεφτείτε τι έκανα: αν δεν κρατούσα μαστίγιο αλλά γουρούνι, θα πέταγα το γουρούνι στο νερό!
-          Εεε ναι κοίτα Ρενέ το έχεις κάψει.
-          .....πράγμα που θα με έκανε ΨΑΡΙ!! συνεχίζει ο Ρενέ απτόητα ενθουσιασμένος.

Οι Υπερόπτικ κοιτάζονται με το συνομωτικό βλέμμα της άμεσης συγκαταβατικής συνεννόησης. Η θερμάστρα πετάει σπίθες που κάνουν το φιλοσοφικό χειμώνα να γλυκαίνει. Ο Ντεκάρτ πίνει ένα ποτήρι κόκκινο κρασί ενώ τα μάτια του προδίδουν όλη την ανατάραξη που έχει κυριεύσει το πνεύμα του. Είναι η ώρα για τους Υπερόπτικ να στυλώσουν την αμφιβολία στην καρδιά του φιλοσόφου.

-          κοίτα Ρενέ. Νομίζω ότι το έχεις κουράσει τόσο πολύ μέσα σου που ρετάρεις. Ο Αριστοτέλης αν δεν είχε τρελαθεί, αστειευόταν – αστειευόταν επικίνδυνα, στα όρια της λογικής – γιαυτό πήρε τόσο φιλοσοφόκοσμο στο λαιμό του με το παράδοξο του γουρουνιού.
-          Δεν μπορείς να πιστεύεις στ’αλήθεια ότι θα γίνεις ψάρι αν καταφέρεις να πετάξεις ένα γουρούνι σε ένα βάζο. Σκέψου πόσο τρελό είναι αυτό Ρενέ.
-          Το ξέρω, κάνει ο Ρενέ συλλογισμένος. Το ξέρω αλλά το γεγονός ότι δεν μπορώ να το θεμελιώσω λογικά με τρελαίνει. Γιατί αν πιστέψω ότι έγινα ψάρι μπορεί όντως να είμαι ψάρι. Γιατί αμφιβάλλω για όλα. Για όλα. Πάω στη λαϊκή και αναρωτιέμαι γιατί να ψωνίσω μπρόκολα και φρέσκα κρεμμυδάκια και να μην ανέβω κι εγώ πάνω στους πάγκους και να αρχίσω να φωνάζω «πάρε κόσμε πουλάω τα ρούχα μου». Θα μπορούσα να κάνω ο,τιδήποτε. Θα μπορούσα να είμαι οποιοσδήποτε.
-          Ναι ρε Ρενέ έτσι είναι. Αλλά τελικά αυτή η αμφιβολία για όλα σου δίνει συνοχή στο εγώ σου, θα τα λέμε πάλι τώρα; Εσύ τα ξέρεις καλύτερα αυτά... κάνει ο Υπερόπτικ υπομονετικά.
-          Ναι ρε παιδιά απλά μου τη βαράει καμιά φορά. Σόρρυ που είμαι μαλάκας. Από τότε που γύρισα από τη Γερμανία δεν είμαι πια ο ίδιος. 
-          Δεν τρέχει ρε Ρενέ, λένε οι Υπερόπτικ με μια φωνή. Είναι τα κακά του επαγγέλματος. Απλά πρέπει να βάζεις ένα στοπ πού και πού για να μην ψυχοπλακώνεσαι.
-          Ναι ρε γαμώτο έχω καταντήσει γραφικός.
-          Ε ναι ρε συ.
-          Καλά ρε παιδιά ας χαλαρώσουμε άμα είναι έτσι. Άμα το υπεραναλύεις το πράγμα το γαμάς στο τέλος.
-          Ε τώρα μιλάς σωστά, κάνει ο Σαρκάστικ και κερνάει κρασάκι σε όλους.
-          Να φέρω και κάτι σαντουιτσάκια που έχω ετοιμάσει από πριν; Να πούμε και λίγο για τη μέθοδο ρε παιδιά, μη φύγετε από τώρα... λέει ο Ρενέ
-          Σαντουιτσάκια; Μόνο αν είναι.... χοιροποίητα!!!!!! ΧΑΧΑΧΑ ΓΚΡΟΙΝΓΚ Κάνουν με μια φωνή οι Υπερόπτικ και σκάνε στα γέλια κάνοντας τα γουρούνια και λερώνοντας παντού με κόκκινο κρασί τα ασπροκέντητα τραπεζομάντηλα του φίλου τους.
-          Ε μα είστε.... αδιόρθωτα πειραχτήρια!!!!! Χαχαχαχαχαχα γελάει καλόκαρδα ο Ρενέ, ενώ η καρδιά του σφίγγεται από την πληθώρα λεκέδων που αφήνει το αχτύπητο δίδυμο παντού – παρόλα αυτά, ναι, είναι σαφώς γαληνεμένος και έτοιμος να αφήσει το αυτοκαταστροφικό γουρουνοπαράδοξο και να ξεχυθεί με την παιδική απάνθρωπή του αμφιβολία σε νέα απάτητα φιλοσοφικά μονοπάτια.
-          Η ζωή είναι απλή ρε Ρενέεεεε, μην την κάνεις θλιβερή ρεεεεεε

Και οι Υπερόπτικ κάνοντας μια αναπάντεχη επίδειξη ρεαλισμού και ρηχότητας στους ίδιους τους τους εαυτούς, σκέφτηκαν πόσο σωστά ήταν τα λόγια που μόλις άρθρωσαν. Κι έκαναν μέσα τους έναν μικρό παιάνα – τον παιάνα της πεζότητας, της μίνιμουμ αυτοσυντήρησης και της κοινής λογικής που μας γλιτώνει όλους τυχαία από την τρέλα. Και σκέφτηκαν οι Υπερόπτικ ότι η μεγαλοφυία και το κάψιμο συνορεύουν όπως το γουρούνι με το νερό. Από καθόλου ως πάρα πολύ.
Γιατί τίποτα δεν αποκλείει μια βροχή γουρουνιών στην καραϊβική – και κανείς δε μας απαγορεύει να γίνουμε το έκθαμβο μάτι του ψαριού που βλέπει το γουρούνι να κολυμπάει στον υδάτινο ουρανό του ωκεανού. Απλά να προσέχουμε λίγο μην το χάσουμε.