Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απαλεψιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απαλεψιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013

zapre

Επειγόντως βοήθεια σας ζητώ αγαπητέ μου φαρία σφίχτερμαν.

Ξανάφτασα πάλι στο χτένι, εγώ ο κόμπος, υπογραφή Κόμπος. Πάλι χτυπάω τα κεφάλια μου στις σιδεριές του είναι, και αν και είναι δεδομένο πια ότι αυτά τα χτυπήματα είναι τα μόνα που έχουμε τι να πω ζαλίστηκα την άκουσα δικέ μου παραπατάω στα στενά της πρόζας 
του θεάτρου και λέγεται τα λόγια μου ήχοι πως είναι κάπου.
Σε τέτοια κατάσταση μας βρίσκει το ξημέρωμα αγαπητές φίλες και φίλοι όχι ακριβώς ξημέρωμα λόγω αγγλουριάς αλλά αντιστοίχου με τα ξημερώματα που έχουμε πετύχει ανά την υφήλιο σε φάση μεταβατικής μη μαστούρας από υπαρξιακά υπνοστεντόν.
Την αίσθηση της πρέζας θέλω να σας μεταδώσω αγαπητέ φαρία σφίχτερμαν κι απόψε, γιατί τόσο λυώμα παίζει όσο να ξεραινόμασταν μες στα ξερατά μας ενώ ψελλίζαμε αναξιοπρεπείς εκφράσεις για τον άνθρωπο alla kai gia το διανοούμενο ακόμα.
Τηγανίζουμε τα μυαλά μας σα φέτες του μπέηκον, του ζωγράφου που απέδωσε το κρέας ωραιότατα και φρικιαστικά μαζί με τις ερινύες, τι σωστή επιλογή πόσο χαίρομαι που καταλαβαίνουμε από πολιτισμό, τι αισιοδοξία διαπερνάει το πηλίκιό μου για το ανθρώπινο είδος κάτι τέτοιες ώρες.
Θα με πείτε ανειλικρινή ή ίσως ακόμα και αχρείαστο, θα με πείτε ίσως ψεύτικο ψωνάρα εργαλειακό μαλακοπίτουρα, πόσο δίκιο έχετε. Είμαι όλα αυτά και ακόμα χειρότερα, σκουλήκι χαμερπές ειδεχθές αρπακτικό μίζερος κωλοχριστιανός που ντροπιάζει το ανθρώπινο πιθήκι με την αδράνειά του, με το λάθος που φέρει επιφέρει και ενσαρκώνει προς παραδειγματική χρήση βιβλιοθηκών και καθημερινών ανθρώπων.
Ο κόμπος σας χαιρετά με ένα μικρό πικρό τραγούδι που δεν πολυακούγεται και ένα βίντεο που δεν πολυβλέπεται αλλά καλό είναι να ενημερώνουμε τον ψυχισμό μας για την κατάντια μας ακόμα και κάτι ώρες σαν και τούτη, ακόμα κι αυτή την ώρα που έπρεπε να τα σπάγαμε στις ταράτσες δέκα καταλήψεων και να παίζαμε πανκ πενιές το ηλιοβασίλεμα κραδαίνοντας χίππηδες και μπεκάτσες, και ψιθυρίζοντας ουρλιαχτά του πούτσου στα λογής καρμικά φεγγάρια του έρωτα, ουρλιαχτά όπως “γιατί δε μαγάπησες όσο εγώ πουτάνα επανάστα” αλλά και “μη φοβάσαι θεέ δεν είσαι μόνος σου” και γιατί όχι, “σύμπαν γαμιέσαι”.

Σας χαιρετώ με όλη την αφφεκτιβιτέ που μου επιτρέπει αυτός ο έγγραφος λόγος,

Στην υγειά σας τάσος. 


zaprezaprezapre
hyperoptic,2013




Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2011

Ο μεταφυσικός βρωμύλος



Kαθότι κύριοι είναι ηλίθιος ο στρατευμένος άθεος
Καθότι δεν ξέρετε την τύφλα σας αγαπητοί
Επίσης είναι ηλίθιος ο άθεος επιστήμονας
Εκτός αν είναι κανένας φίλος και απλά δεν του το λέμε
Και όλος ο κόσμος είναι συμπαθητικός όταν κοιμάται,
Όλοι οι άνθρωποι είναι ευάλωτοι όταν αγαπάνε
Και ο μισάνθρωπος μέσα στον Υπερόπτικ προσπαθεί να πιαστεί από τις τρίχες του αδέξιου δαίμονα που λέει έφτιαξε τον κόσμο,
Γιατί εννοείται ο θεός σιγά μην καταδεχόταν
Γιαυτό μαλακίζεται το πελεκούδι
Αλλά κι αυτό μαλακία δεν είναι; μπορεί σε μπίγκερ σκέηλ το πελεκούδι απλά να ξεδιπλώνεται, να μη μαλακίζεται
Και τι να πει κι ο Υπερόπτικ που είναι λίγο μίζερος σήμερα
Ούτε καλός μισάνθρωπος δεν μπορεί να γίνει
Κι αυτό μαλακία του φαίνεται
Ηλίθιο του φαίνεται κι αυτό
«η ομορφιά που ξεδιπλώνεται, εκστατικός ο κόσμος, απελπισία και οργή» του ψιθυρίζει ο Ιονέσκος, ανικανοποίητος γερόλυκος με δύσκολο χαρακτήρα
τι να πεις ρε Ιονέσκε

Α οι άνθρωποι που αγαπάνε την ανθρωπότητα και μισούνε τους ανθρώπους

Αλλά έχει δίκιο ο τύπος, οι μισοί είμαστε πολιτικοί, οι μισοί μεταφυσικοί,
Και τι να πω πια τι απόθεμα πρέπει να χρειάζεται για να αγαπήσει κανείς την αδυναμία
Εκεί που τη βλέπει τη μαλακία να λέει, εντάξει είναι κι αυτό ανθρώπινο πολύ ανθρώπινο,
Και να μη φοβάται το ναρκισσιστικό του μάτι, την εσωτερική του προδοσία

Άστα φίλε Σαρκάστικ μιζέρια ρε, ες αύριον τα ακμαία.

Ο μεταφυσικός βρωμύλος
Hyperoptic, 2011

Δευτέρα 29 Αυγούστου 2011

γαμίδια


δυο άγριοι αετοί ξύπνησαν σήμερα το πρωί τον Υπερόπτικ. Ο ένας είχε κατέβει εδώ και ώρα από το υψίπεδο της Άναρθρης Άρνησης και του τσιμπολογούσε το συκώτι διακριτικά, προσέχοντας να μην τον ξυπνήσει, ο δεύτερος έσκασε μύτη όταν ο ήλιος φάνηκε για τα καλά και γυρόφερνε τα μαλλιά του, ώσπου όρμησε παιχνιδιάρικα να τα ανακατέψει.
Ο Υπερόπτικ τινάχτηκε συνειδητοποιώντας σωρευτικά τον πόνο στο συκώτι και τις γρατζουνιές στο μέτωπο και αντίκρυσε τα δύο περήφανα αρπακτικά που τον κοίταζαν φέρνοντας βόλτες στο δωμάτιο:

-  τι σκατά!! τι γίνεται; ουστ! ούρλιαξε ο Υπερόπτικ βουτώντας μια μαξιλαροθήκη με αγελάδες και προσπαθώντας να απωθήσει τα πουλιά, που βέβαια δεν ήταν μύγες για να απωθηθούν τόσο εύκολα.

- χαλάρωσε. έκανε ο ένας από τους δυο αετούς, φτερουγίζοντας αραχτικά στο κάτω μέρος του κρεβατιού.
- μην τρελαίνεσαι, έκανε και ο δεύτερος και κούρνιασε δίπλα στον πρώτο.
- ονειρεύομαι; είπε μπερδεμένος ο Υπερόπτικ πιάνοντας την κοιλιά του που έσταζε αίμα.
- μπα όχι. είπε ο ένας αετός.
απλά τελειώνει το καλοκαίρι και ήρθαμε να στο πούμε.

ο Υπερόπτικ κοίταξε έξω από το παράθυρο.

ο ήλιος έλαμπε σε αντίθεση με τις προηγούμενες μέρες, και μερικά συννεφάκια ταξίδευαν νωχελικά καθώς τα έσπρωχνε ένας ράθυμος δροσερός άνεμος.

οι αετοί ξαφνικά έσκασαν στα γέλια ρουθουνίζοντας με μανία και φτεροκοπώντας ασυγκράτητοι.

- κοίτα τον κοιτάει έξω
- κοίτα ρε κοιτάει απέξω χαχαχαχαχαχαχα

- μα πού να κοιτάξω; τι; τι σημαίνει όλο αυτό;

- τελειώνει το καλοκαίρι μέσα σου, για σένα στόκε. όχι για όλον τον κόσμο ούτε καν για όλη την πόλη. ας πούμε είμαι σίγουρος ότι στο μαρόκο ακόμα μπανιαρίζονται, χαρ χαρ χαρ
- μην πας μακριά, και στην κορσική το ίδιο θα κάνουνε, χαρ χαρ χαρ
- και στάνταρ κάποιοι μεξικάνοι κάπου θα ξύνονται σε κάναν ήλιο, χαρ χαρ
κάγχασαν ειρωνικά οι αετοί.

έπειτα έριξαν ένα συγκαταβατικό βλέμμα στον Υπερόπτικ, άνοιξαν τα φτερά τους που ξαφνικά ήταν τεράστια και εξαφανίστηκαν από το παράθυρο αφήνοντας πίσω τους πούπουλα αίματα και μια προμηθεϊκή πληγή στον Υπερόπτικ, ο οποίος σηκώθηκε αναμαλλιασμένος και ματωμένος να φτιάξει τον πρωινό του καφέ μουρμουρώντας και βρίζοντας.

στα διάλα… λες και δεν το είχα πάρει χαμπάρι ότι τέλειωσε το καλοκαίρι... γαμίδια.

we sat together at one summer's end
Hyperoptc, 2011


Κυριακή 28 Αυγούστου 2011




άλλη μια μπόρα ετοιμάζεται να ξεράσει ο ουρανός πάνω από την πόλη, και άντε μετά να μιλήσεις για τα θαύματα του χρόνου και του υποκειμένου μέσα σε τόσο μαύρο. και μετρώντας προσεκτικά τα σημεία της ύπαρξης, τις συνταγές που κάνουν την ανάμνηση δικαιωμένη ασθητική εμπειρία, τις λέξεις που μεγαλώνοντας έμαθες να αποφεύγεις και τις άλλες που τις βάζεις προσεκτικά ντισκλέιμερ σε θέσεις κλειδιά, βγαίνουν όλα λειψά και μη μετρήσιμα, είναι ξανά όλα στο ίδιο μηδέν από όπου πρέπει να ξεκινάς κάθε φορά μόνος σου.
γιατί τα τερτίπια μεγαλωμένου ώριμου εαυτού που πουλάς στις αγορές των φίλων δεν τα φυλάς για τον εαυτό - αυτός, ο εαυτός ξέρει καλά ότι οι φερετζέδες αλλάζουνε αλλά η μάσκα μένει, και αν πεις ποτέ ότι «εγώ τώρα πια πίσω από αυτό το σημείο δε θα ξαναβρεθώ» «εγώ τώρα άλλαξα αυταπάτες, έφτιαξα πίσω κήπο, αυλή, νέα πρόσοψη, άλλαξα νευρώσεις στην τελική έκανα αναβάθμιση ρε πούστη»
ε το λες πάλι από το μεταιχμιακό σημείο της βιαστικής βεβαιότητας
οπότε
ξεκαβάλα λίγο κύριε εαυτέ
λες μετά
χαλάρωσε, δεν έπιασες κανέναν παπά από κανένα αρχίδι,
δεν έλυσες μια και καλή το πρόβλημα της ύπαρξης,
και η επόμενη μέρα θα έρθει κι αυτή με το άχθος της, την ακατανοησία, το ψηλάφισμα,
κι αν καταφέρεις σε κανα δυο ρωγμές να κολλήσεις το μάτι σου να δεις πώς τρεμοπαίζει στα όρια του νοήματος η ομορφιά του άμορφου
είσαι πολύ γαμάτος και τυχερός ρε φίλε.




Where? To the evening lands
Hyperoptic, 2011 



Τρίτη 2 Αυγούστου 2011

Η Εξομολόγηση του Υπερόπτικ


Σαρκάστικ δεν την παλεύω μία ρε.
Είδα σήμερα στον ύπνο μου, λίγο πριν ξυπνήσω, ότι βρισκόμουν μαζί με μια συμμορία, φίλους, σε ένα σκοτεινό υπόγειο με πρασινωπό φως, όπου στους τοίχους ήταν γραμμένα ακατανόητα σύμβολα με χοντρό κάρβουνο, και έπρεπε να αποκωδικοποιήσω τα σύμβολα - ΓΙΑ ΝΑ ΑΠΟΦΕΥΧΘΕΙ ΕΝΑΣ ΦΟΝΟΣ - , και όλοι μιλάγανε, για διαδικαστικά πράγματα, και μόνο εγώ ασχολιόμουνα με τα σύμβολα, αλλά δεν ανήκανε σε καμία γνωστή γλώσσα και δεν μπορούσα να καταλάβω χριστό όσο και αν τα κοίταγα. Κι έπειτα κατάλαβα ότι ο φόνος είχε ήδη γίνει, με αυτή τη στιφή αίσθηση της αργοπορημένης επίγνωσης που σκάει στον ουρανίσκο σαν τσαγκό ξηροκάρπι, και μάλιστα από το πώς μου φέρονταν οι άλλοι, κατάλαβα ότι εγώ ήμουν ο εγκέφαλος, εγώ είχα οργανώσει το φόνο, και οι άλλοι περίμεναν από μένα καθοδήγηση γιατί ήμασταν συμμορία, και εγώ όχι μόνο δεν μπορούσα να σκεφτώ τι πρέπει να γίνει τώρα, αλλά ούτε και να θυμηθώ ποιος ήταν το θύμα. Οπότε δε μιλούσα καθόλου σαν τον ηγεμόνα εκ δυτικής λιβύης, και προσπαθούσα εντατικά να θυμηθώ τι γίνεται και ποιός πέθανε και γιατί, και δεν μπορούσα να ρωτήσω κανέναν τι συμβαίνει γιατί υποτίθεται θα έπρεπε να ξέρω τα πάντα, ενώ παράλληλα είχα τη διαβρωτική αίσθηση ότι όλη αυτή η κατάσταση ήταν απίστευτα λάθος.
Και μετά μέσα στη βαβούρα ποιός σκάει μύτη ρε Σαρκάστικ;
Ο Μπάουι.
Ο Μπάουι από τα έιτις που ήρθε με ένα μεταχειρισμένο και κωλοφτιαγμένο όπελ που το χε κάνει σα φερράρι, φορούσε τζην και ένα γυαλιστερό καφέ πέτσινο και είχε μαλλί πλατίνα φουσκωτό, και τον κοίταγα και έλεγα κοίτα να δεις ο Μπάουι, άμα κρίνω από το κούρεμα η περσόνα του είναι από τα έιτις, και κοίταγα τη φάτσα του και ήταν «αγέραστος», και σκεφτόμουνα ρε το Μπάουι καλά κρατιέται.
Ο οποίος έσκασε υπερανετίδης να με πάρει με το αμάξι, για να με πάει κάπου που έπρεπε να πάω, και μπροστά στη μιζέρια του υπογείου που ήμασταν όλοι, εκείνος έλαμπε και έκανε διάφορα υπεράνω υπεροπτικά αστεία και σταριλίκια, και έκανε έναν κουλ χορό σε φάση Τραβόλτα, αλλά το βασικό ήταν ότι με ψιλοκάλμαρε κι όλας, του τύπου, έλα ρε μην τρελαίνεσαι, ντάξει θα τη βρεις την άκρη, και μετά συζήταγε με τους άλλους πώς θα μοιράσουμε τα αμάξια, και ξαφνικά ήταν απίστευτα διαδικαστική και αυτή η φάση, και είχε μπει ο Μπάουι με τους άλλους σε βαρετή διαδικαστική συζήτηση για το πώς θα φύγουμε και πώς θα μοιράσουμε τον κόσμο, κι εγώ ήξερα ότι και που θέλαμε να φύγουμε, παρά το γκεσταριλήκι του μπάουι, δεν θα ήταν εύκολο, γιατί για να βγεις από το υπόγειο υπήρχε ένα σύστημα με πτυσσόμενες πλατφόρμες και διαδρόμους «σαν αυτούς που χρησιμοποιούν στη διώρυγα του Παναμά», που αυτά ο Μπάουι στάνταρ δεν τα είχε υπολογίσει, οπότε στο τέλος βαρέθηκα να ασχολούμαι και παραιτήθηκα και απλά παρακολουθούσα το Μπάουι να οργανώνει μάταια την έξοδο από το υπόγειο μαζί με τους άλλους , ενώ ακόμα αναρωτιόμουν ποιος να είχε πεθάνει και γιατί, και στο τέλος σκέφτηκα ότι ξέρω ποιος έχει πεθάνει, χωρίς να το πω στον εαυτό μου, (δηλαδή τώρα ως ξύπνιος Υπερόπτικ όντως δεν ξέρω, ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ) αλλά καλύτερα να το ξεχάσω και αυτό, όπως όλα τα υπόλοιπα.

Λέω να μην το ερμηνεύσω καθόλου μωρέ και να σουμπλιμάρω κατευθείαν με τέχνη, μια που έπλυνα και το σκουπιδοντενεκέ.


"Άγχος/Βαρυστομαχιά, η οξείδωση της μνήμης"
Υπερόπτικ , 2011