Τρίτη, 30 Αυγούστου 2011

πουτσιλίκια


και τα χθεσινά γαμίδια θα μας οδηγήσουν - σε μια πρωτοφανή εκδήλωση χρονικής γραμμικότητας για τούτο το μπλογκ που θέλει να θεωρεί εαυτόν αντι-επικαιρικό ως και καθολικό, - στα σημερινά πουτσιλίκια και, ενδεχομένως, αν συνεχίσει έτσι, στις αυριανές ψωλαρχιδιές.
ω μα δεν πρέπει να βρίζουμε στο ίντερνετ, μπορεί η μαμά μας να συνασπιστεί με τα χακερόνια εργοδότες μας στους οποίους το παίζουμε παναγίτσες, και να κάτσουνε να κάνουνε ηλεκτρονικό στόλκινγκ, και να καταλάβουν ότι ο Υπερόπτικ Παπαδόπουλος υψηλά ιστάμενο στέλεχος πολυεθνικής με αντιβριστική πολιτική, και ο Σαρκάστικ Παπαδοπουλος υψηλά ιστάμενο στέλεχος πολυεθνικής με ειρηνοποιητικούς σκοπούς, βρίζουνε και προωθούν τη βία, την παρανομία και τα ναρκωτικά στο ίντερνετ.
και ποια η θέση μας μετά Σαρκάστικ Παπαδόπουλε;
είσαι εσύ σε θέση Σαρκάστικ Παπαδόπουλε να ενοποιήσεις τη βίρτσουαλ με την κανονική σου περσόνα κάνοντας λινκ του διαδικτυακού σου προφίλ με το καλό σου προφίλ, ξέρεις, μιλώ για το προφίλ που απαθανάτισε κάποτε ο ντουανώ στις γέφυρες του παρισιού ανάμεσα σε ασπρόμαυρα περιστέρια και σνομπ σερβιτόρους;
εγώ δε νιώθω πλέον άνετα μ’αυτό το κρυφτούλι Σαρκάστικ Παπαδόπουλε.
είναι που είμαι και φράστρέητηντ για λόγους μεταβατικής μεταιχμιακότητας, είναι που δεν τά νιωσα τα χριστούγεννα φέτος, για να μη μιλήσω για το πάσχα με τα λογής λογής εθίματα που πέρασε και δεν ακούμπησε από τη λαογράφα καρδιά μου, μου φαίνεται πολλά βαρύν το φορτίον του κατακερματισμένου μου σελφ και λέω να απλοποιήσω μερικές όψεις στη βάση μιας ενοποιητικής πολιτικής που θα μας φέρει πιο κοντά στην αξιοπρέπεια, ώστε ναι Σαρκάστικ Παπαδόπουλε, να μπορώ επιτέλους να δώσω το λινκ του μπλογκ στη θεία μου την αμερσούδα, στον κυρ γιάννη που φροντίζει το μποστάνι του πατέρα μου τσαλαβουτώντας στις γόνιμες λάσπες κάθε χάραμα για νάβρει ζουμερά πεπόνια, και γιατί όχι στον παπα-βάγγο, το χάι τεκ παπά της ενορίας που έρχεται κοντά στους νέους μέσω δημιουργικού τσατ χάρη στο ίίίντερνετ.
φτάνει πια Σαρκάστικ ο χαμαιλεοντισμός, φτάνει πια η διάχυση σε χιλιάδες λόγους και τρόπους, φτάνει πια η σχιζοφρένεια της ταυτότητας.
και μία είναι η λύση Σαρκάστικ.
όχι όχι δεν είναι η βάναυση έκθεση μιας εκβιαστικής intimité που θα τρίψει στα μούτρα του ανύποπτου λινκοπατητή τα βρωμερότερα εσώτερα μύχια του Υπερόπτικ ως ενσαρκωμένου μαλάκα.
ούτε είναι η λύση να λινκάρουμε το μπλογκ με τη φορολογική μας δήλωση, το σπέησμπουκ και το μάι φέης για να είναι διαθέσιμες σε μια πλατφόρμα οι προτιμήσεις μας τα λεφτά μας και η φάτσα μας σε όποιον θέλει να έχει μια πλήρη αυταπάτη.
η λύση Σαρκάστικ Γουάνς Εγκέν είναι η ουτοπία.
δηλαδή αυτά που λέμε να περιέχουν σε απλές ντιρεκτίβες το όραμά μας για τη ζωή, έτσι όπως έχει κατασταλάξει στα πνευμόνια μας μετά από πολλά χρόνια εμπειρίας, και που να μπορεί να το καταλάβει ο μπαμπάς, η μαμά, το παιδί, ο επιστήμονας και ο μπαρμπα βάγγος το ίδιο, που να αφορούν τον κυρ γιάννη, το ζίζεκ και τη θεία πόπη άμεσα και γρήγορα.
έτσι θα εκτοξευθούν οι πωλήσεις στα ύψη και θα σώσουμε την ψυχή μας απευθυνόμενοι με μια ενότητα εαυτού σε όλους τους άλλους εαυτούς άμεσα γρήγορα αποτελεσματικά.
θα μιλήσουμε στο συνάνθρωπο απλά και κομμουνιστικά να μας καμαρώσει και ο Ρίτσος.
θα θεμελιώσουμε μια αίσθηση ανθρωπιάς στα μικρά κοινότυπα κι όμως μεγαλειώδη πράματα που μας δένουν όλους μαζί και θα συνεχίσουμε να υποθέτουμε ότι η ανθρώπινη φύση δεν υπάρχει, αλλά τα όνειρα υπάρχουνε.
θα ξεκινήσουμε από τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή που θα ωθεί στο ακατάσχετο κλικ όποιον τυχόν συναντήσει τα ηλεκτρονικά μας ίχνη. γιατί θα μυρίζεται αλήθεια και όραμα.
μετά θα κατέβουμε στις εκλογές.
για να διαβρώσουμε το εκλογικό σύστημα εκ των έσω και να αποδομήσουμε τις δομές σαν χαρούμενα αποδομητικά πουλιά.
κι έπειτα θα αποκαλύψουμε σε όλους ποιοι πραγματικά είμαστε.
ή μήπως κλάνεις μέντες, μπάτμαν;


inferior art for the masses
Hyperoptic, 2011


Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

γαμίδια


δυο άγριοι αετοί ξύπνησαν σήμερα το πρωί τον Υπερόπτικ. Ο ένας είχε κατέβει εδώ και ώρα από το υψίπεδο της Άναρθρης Άρνησης και του τσιμπολογούσε το συκώτι διακριτικά, προσέχοντας να μην τον ξυπνήσει, ο δεύτερος έσκασε μύτη όταν ο ήλιος φάνηκε για τα καλά και γυρόφερνε τα μαλλιά του, ώσπου όρμησε παιχνιδιάρικα να τα ανακατέψει.
Ο Υπερόπτικ τινάχτηκε συνειδητοποιώντας σωρευτικά τον πόνο στο συκώτι και τις γρατζουνιές στο μέτωπο και αντίκρυσε τα δύο περήφανα αρπακτικά που τον κοίταζαν φέρνοντας βόλτες στο δωμάτιο:

-  τι σκατά!! τι γίνεται; ουστ! ούρλιαξε ο Υπερόπτικ βουτώντας μια μαξιλαροθήκη με αγελάδες και προσπαθώντας να απωθήσει τα πουλιά, που βέβαια δεν ήταν μύγες για να απωθηθούν τόσο εύκολα.

- χαλάρωσε. έκανε ο ένας από τους δυο αετούς, φτερουγίζοντας αραχτικά στο κάτω μέρος του κρεβατιού.
- μην τρελαίνεσαι, έκανε και ο δεύτερος και κούρνιασε δίπλα στον πρώτο.
- ονειρεύομαι; είπε μπερδεμένος ο Υπερόπτικ πιάνοντας την κοιλιά του που έσταζε αίμα.
- μπα όχι. είπε ο ένας αετός.
απλά τελειώνει το καλοκαίρι και ήρθαμε να στο πούμε.

ο Υπερόπτικ κοίταξε έξω από το παράθυρο.

ο ήλιος έλαμπε σε αντίθεση με τις προηγούμενες μέρες, και μερικά συννεφάκια ταξίδευαν νωχελικά καθώς τα έσπρωχνε ένας ράθυμος δροσερός άνεμος.

οι αετοί ξαφνικά έσκασαν στα γέλια ρουθουνίζοντας με μανία και φτεροκοπώντας ασυγκράτητοι.

- κοίτα τον κοιτάει έξω
- κοίτα ρε κοιτάει απέξω χαχαχαχαχαχαχα

- μα πού να κοιτάξω; τι; τι σημαίνει όλο αυτό;

- τελειώνει το καλοκαίρι μέσα σου, για σένα στόκε. όχι για όλον τον κόσμο ούτε καν για όλη την πόλη. ας πούμε είμαι σίγουρος ότι στο μαρόκο ακόμα μπανιαρίζονται, χαρ χαρ χαρ
- μην πας μακριά, και στην κορσική το ίδιο θα κάνουνε, χαρ χαρ χαρ
- και στάνταρ κάποιοι μεξικάνοι κάπου θα ξύνονται σε κάναν ήλιο, χαρ χαρ
κάγχασαν ειρωνικά οι αετοί.

έπειτα έριξαν ένα συγκαταβατικό βλέμμα στον Υπερόπτικ, άνοιξαν τα φτερά τους που ξαφνικά ήταν τεράστια και εξαφανίστηκαν από το παράθυρο αφήνοντας πίσω τους πούπουλα αίματα και μια προμηθεϊκή πληγή στον Υπερόπτικ, ο οποίος σηκώθηκε αναμαλλιασμένος και ματωμένος να φτιάξει τον πρωινό του καφέ μουρμουρώντας και βρίζοντας.

στα διάλα… λες και δεν το είχα πάρει χαμπάρι ότι τέλειωσε το καλοκαίρι... γαμίδια.

we sat together at one summer's end
Hyperoptc, 2011


Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011




άλλη μια μπόρα ετοιμάζεται να ξεράσει ο ουρανός πάνω από την πόλη, και άντε μετά να μιλήσεις για τα θαύματα του χρόνου και του υποκειμένου μέσα σε τόσο μαύρο. και μετρώντας προσεκτικά τα σημεία της ύπαρξης, τις συνταγές που κάνουν την ανάμνηση δικαιωμένη ασθητική εμπειρία, τις λέξεις που μεγαλώνοντας έμαθες να αποφεύγεις και τις άλλες που τις βάζεις προσεκτικά ντισκλέιμερ σε θέσεις κλειδιά, βγαίνουν όλα λειψά και μη μετρήσιμα, είναι ξανά όλα στο ίδιο μηδέν από όπου πρέπει να ξεκινάς κάθε φορά μόνος σου.
γιατί τα τερτίπια μεγαλωμένου ώριμου εαυτού που πουλάς στις αγορές των φίλων δεν τα φυλάς για τον εαυτό - αυτός, ο εαυτός ξέρει καλά ότι οι φερετζέδες αλλάζουνε αλλά η μάσκα μένει, και αν πεις ποτέ ότι «εγώ τώρα πια πίσω από αυτό το σημείο δε θα ξαναβρεθώ» «εγώ τώρα άλλαξα αυταπάτες, έφτιαξα πίσω κήπο, αυλή, νέα πρόσοψη, άλλαξα νευρώσεις στην τελική έκανα αναβάθμιση ρε πούστη»
ε το λες πάλι από το μεταιχμιακό σημείο της βιαστικής βεβαιότητας
οπότε
ξεκαβάλα λίγο κύριε εαυτέ
λες μετά
χαλάρωσε, δεν έπιασες κανέναν παπά από κανένα αρχίδι,
δεν έλυσες μια και καλή το πρόβλημα της ύπαρξης,
και η επόμενη μέρα θα έρθει κι αυτή με το άχθος της, την ακατανοησία, το ψηλάφισμα,
κι αν καταφέρεις σε κανα δυο ρωγμές να κολλήσεις το μάτι σου να δεις πώς τρεμοπαίζει στα όρια του νοήματος η ομορφιά του άμορφου
είσαι πολύ γαμάτος και τυχερός ρε φίλε.




Where? To the evening lands
Hyperoptic, 2011 



Σάββατο, 20 Αυγούστου 2011

if we were all suddenly somebody else.


Καθώς η βρόχα πέφτει στρέητ θρου στο Μπρίξτον, αυτή την αυγουστιάτικη μέρα με το νοσταλγικό πουτσόκρυο, ο Υπερόπτικ αποφασίζει να πιάσει από τα κέρατα το μεγάλο θέμα που τον βασανίζει από πάντα.
Πρόκειται για τη στοιχειώδη οντολογική ερώτηση που μπαίνει σε κάθε συζήτηση, καφενείου, ακαδημαϊκή, οικογενειακή, φιλική, ιψενική, τραγική, ζευγαρική, απλουστευτική, γαμιστερή, βαρετή, πορωτική, δεοντολογική, κι έχει να κάνει με τη φύση του ανθρώπου.
Γιατί ο άνθρωπος λουμπενιάζεται; γιατί ξεκατινιάζεται, ασχολείται με ποταπένκο μαλακίες, δεν αντέχει την ελευθερία, σκέφτεται εργαλειακά, αφήνεται και παρασύρεται με χαρά από την κόμπλα του, κάνει λίστες και τρώγεται από τις διαδικασίες, επιτίθεται στην ομορφιά, φοβάται το χάος;

Εν ολίγοις, γιατί ο άνθρωπος είναι μαλάκας;

Η ερώτηση όπως και η απάντηση είναι πολύ απλή.

Το δύσκολο είναι να απαντηθεί όχι για τους άλλους, αλλά για τον εαυτό.
Είπε ο Υπερόπτικ ατενίζοντας το μαλάκα μέσα του με τα φανταστικά οξυδερκή εργαλεία της εξευτελιστικής ανάλυσης μικροκινήτρων μαλακίας των άλλων μαλακών.


"la chose en soi de monsieur deCon",
 ή "there is no Newton of the human assholeness"
Υπερόπτικ, 2011

Τρίτη, 9 Αυγούστου 2011

το πιο γαμάτο ανεστραμμένο ηλιοβασίλεμα της καριέρας του


αντίκρυσε σήμερα ο Υπερόπτικ τη στιγμή που βγήκε στο μπαλκόνι να ξηγηθεί νοσταλγική αποχαιρετούρα στον κύριο Παρίση λίγο πριν ανηφορίσει στην άλλη μεριά της Μάγχης για να βρει τα γκανς οφ μπρίξτον.

γεια σου μωρή μπε εν εφ αρρώστιααααα

Κυριακή, 7 Αυγούστου 2011

august purgatory


Σε ένα αραχτό πράσινο παγκάκι μιας μεσημεριανής παιδικής χαράς, ενώ προσπαθούσε να πετύχει την τέλεια αναλογία μους σοκολάτας, καφέ και τσιγάρου για να φτιάξει την τέλεια μπουκιά, ο Υπερόπτικ ένιωσε μια ψυχρούλα παρά τον ήλιο, και έβαλε το μπουφανάκι του μονολογώντας «μα τι καιρός κι αυτός δεν ξέρεις πώς να ντυθείς».

Μια ατομάρα τρίχρονο το πολύ τετράχρονο τυπάκι με μαλλί γουλί και πουκάμισο με νεκροκεφαλές, έσκασε μύτη λιγουρευόμενο τις λιχουδιές που χλαπάκιαζε ο Υπερόπτικ με την παρέα του.

Ήταν μια ωραία στιγμή.

Και ο Υπερόπτικ που τρώει τις υπαρξιακές του σφυριές στις καλύτερες στιγμές, θυμήθηκε ότι σήμερα είμαστε, αύριο δεν είμαστε, πότε ήμασταν μικρά τυπάκια που σκαρφάλωναν στις τραμπάλες, πότε μεγαλώσαμε και αράζουμε στα παγκάκια και τα ψιλολέμε, και τότε έσκασε μύτη ο Τζόυς από το μακρινό Δουβλίνο και ξηγήθηκε θανατερή ματαιότητα εν μέσω αυγουστιάτικου χαλαρού κουβεντοβιγλίσματος.

Out of the frying pan of life into the fire of purgatory.
Does he ever think of the hole waiting for himself?
They say you do when you shiver in the sun.


"σιγά έτσι κι αλλιώς φαίνεται βαρετό"
Shako, 2011



Τρίτη, 2 Αυγούστου 2011

Η Εξομολόγηση του Υπερόπτικ


Σαρκάστικ δεν την παλεύω μία ρε.
Είδα σήμερα στον ύπνο μου, λίγο πριν ξυπνήσω, ότι βρισκόμουν μαζί με μια συμμορία, φίλους, σε ένα σκοτεινό υπόγειο με πρασινωπό φως, όπου στους τοίχους ήταν γραμμένα ακατανόητα σύμβολα με χοντρό κάρβουνο, και έπρεπε να αποκωδικοποιήσω τα σύμβολα - ΓΙΑ ΝΑ ΑΠΟΦΕΥΧΘΕΙ ΕΝΑΣ ΦΟΝΟΣ - , και όλοι μιλάγανε, για διαδικαστικά πράγματα, και μόνο εγώ ασχολιόμουνα με τα σύμβολα, αλλά δεν ανήκανε σε καμία γνωστή γλώσσα και δεν μπορούσα να καταλάβω χριστό όσο και αν τα κοίταγα. Κι έπειτα κατάλαβα ότι ο φόνος είχε ήδη γίνει, με αυτή τη στιφή αίσθηση της αργοπορημένης επίγνωσης που σκάει στον ουρανίσκο σαν τσαγκό ξηροκάρπι, και μάλιστα από το πώς μου φέρονταν οι άλλοι, κατάλαβα ότι εγώ ήμουν ο εγκέφαλος, εγώ είχα οργανώσει το φόνο, και οι άλλοι περίμεναν από μένα καθοδήγηση γιατί ήμασταν συμμορία, και εγώ όχι μόνο δεν μπορούσα να σκεφτώ τι πρέπει να γίνει τώρα, αλλά ούτε και να θυμηθώ ποιος ήταν το θύμα. Οπότε δε μιλούσα καθόλου σαν τον ηγεμόνα εκ δυτικής λιβύης, και προσπαθούσα εντατικά να θυμηθώ τι γίνεται και ποιός πέθανε και γιατί, και δεν μπορούσα να ρωτήσω κανέναν τι συμβαίνει γιατί υποτίθεται θα έπρεπε να ξέρω τα πάντα, ενώ παράλληλα είχα τη διαβρωτική αίσθηση ότι όλη αυτή η κατάσταση ήταν απίστευτα λάθος.
Και μετά μέσα στη βαβούρα ποιός σκάει μύτη ρε Σαρκάστικ;
Ο Μπάουι.
Ο Μπάουι από τα έιτις που ήρθε με ένα μεταχειρισμένο και κωλοφτιαγμένο όπελ που το χε κάνει σα φερράρι, φορούσε τζην και ένα γυαλιστερό καφέ πέτσινο και είχε μαλλί πλατίνα φουσκωτό, και τον κοίταγα και έλεγα κοίτα να δεις ο Μπάουι, άμα κρίνω από το κούρεμα η περσόνα του είναι από τα έιτις, και κοίταγα τη φάτσα του και ήταν «αγέραστος», και σκεφτόμουνα ρε το Μπάουι καλά κρατιέται.
Ο οποίος έσκασε υπερανετίδης να με πάρει με το αμάξι, για να με πάει κάπου που έπρεπε να πάω, και μπροστά στη μιζέρια του υπογείου που ήμασταν όλοι, εκείνος έλαμπε και έκανε διάφορα υπεράνω υπεροπτικά αστεία και σταριλίκια, και έκανε έναν κουλ χορό σε φάση Τραβόλτα, αλλά το βασικό ήταν ότι με ψιλοκάλμαρε κι όλας, του τύπου, έλα ρε μην τρελαίνεσαι, ντάξει θα τη βρεις την άκρη, και μετά συζήταγε με τους άλλους πώς θα μοιράσουμε τα αμάξια, και ξαφνικά ήταν απίστευτα διαδικαστική και αυτή η φάση, και είχε μπει ο Μπάουι με τους άλλους σε βαρετή διαδικαστική συζήτηση για το πώς θα φύγουμε και πώς θα μοιράσουμε τον κόσμο, κι εγώ ήξερα ότι και που θέλαμε να φύγουμε, παρά το γκεσταριλήκι του μπάουι, δεν θα ήταν εύκολο, γιατί για να βγεις από το υπόγειο υπήρχε ένα σύστημα με πτυσσόμενες πλατφόρμες και διαδρόμους «σαν αυτούς που χρησιμοποιούν στη διώρυγα του Παναμά», που αυτά ο Μπάουι στάνταρ δεν τα είχε υπολογίσει, οπότε στο τέλος βαρέθηκα να ασχολούμαι και παραιτήθηκα και απλά παρακολουθούσα το Μπάουι να οργανώνει μάταια την έξοδο από το υπόγειο μαζί με τους άλλους , ενώ ακόμα αναρωτιόμουν ποιος να είχε πεθάνει και γιατί, και στο τέλος σκέφτηκα ότι ξέρω ποιος έχει πεθάνει, χωρίς να το πω στον εαυτό μου, (δηλαδή τώρα ως ξύπνιος Υπερόπτικ όντως δεν ξέρω, ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ) αλλά καλύτερα να το ξεχάσω και αυτό, όπως όλα τα υπόλοιπα.

Λέω να μην το ερμηνεύσω καθόλου μωρέ και να σουμπλιμάρω κατευθείαν με τέχνη, μια που έπλυνα και το σκουπιδοντενεκέ.


"Άγχος/Βαρυστομαχιά, η οξείδωση της μνήμης"
Υπερόπτικ , 2011