Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2011

the folly of being comforted κι έτσι


Συχνά έχει αναρωτηθεί ο Υπερόπτικ, στις μίζερες στιγμές του, πού πάνε τα λόγια που κάποτε αγαπήσαμε, οι ιδιόλεκτοι που μας έδεσαν με τους άλλους και τώρα δεν εκφέρονται από κανέναν πια, τα χαϊδευτικά, τα παρατσούκλια και τα ονόματα που κάποτε φωνάζαμε ή ψιθυρίζαμε και με την οικειότητα που γεννούσαν στύλωναν την αγκίστρωσή μας στον κόσμο και στις λέξεις.

Η απάντηση που δίνει ο Υπερόπτικ στον εαυτό του είναι ότι οι λέξεις που δεν ακούγονται πια έχουνε πάει σε ένα ειδικό νέβερλαντ, το Καθαρτήριο των Χαμένων Ονομάτων.

Ο καθένας έχει ένα τέτοιο Νέβερλαντ που μπορεί να το επισκέφτεται όταν πιάνει πάτο ή όταν νιώθει αρκετά ατσαλωμένος από το ακμαίο του παρόν ώστε να περάσει μια βόλτα από το δάσος με τις απολιθωμένες λέξεις.

Το πέρασμα από το δάσος δεν μπορεί ποτέ να είναι αναίμακτο: οι πετρωμένες λέξεις μπορεί να αστράφτουν με τις πρωινές δροσιές, να αντανακλούν ωραία σκοτάδια και βάθη όταν βραδιάζει, αλλά έχουν γωνίες που κόβουν και αποκαρδιώνουν. Κι αυτό γιατί όταν πετρώνει η οικειότητα γίνεται χειρότερη από το κενό.

Τα ίχνη των βημάτων όποιου περιδιαβαίνει το δάσος των απολιθωμένων λέξεων χαράζουν ένα μονοπάτι, που ονομάζεται Παγωμένος Χρόνος. Είναι γλιστερό και επικίνδυνο, και πολλές φορές δίνει την εντύπωση ότι οδηγεί ντουγρού στο κέντρο του εγώ. Επίσης μπορεί κανείς να περάσει το ίδιο το δάσος για το εγώ.

Ένας πάουλος κοέλιος θα έλεγε εδώ ότι ο διαβάτης πρέπει να έχει αποσκευές, ξερω γω θάρρος κουράγιο και τέτοια, κι ότι ο δρόμος μπορεί να είναι μαγικός, να αλλάζει συνέχεια, να οδηγεί σε απρόσμενα μέρη, να μετατρέπει τον πόνο σε γαματοσύνη και τέτοια.

Ο Υπερόπτικ απαντάει στον κοέλιο «πούτσες».

Ο παγωμένος χρόνος είναι στυφός, η συμφιλίωση επίπλαστη και οι απολιθωμένες λέξεις τρομακτικές.

Παρόλα αυτά ας μην τρελαινόμαστε. Η ελπίδα βρίσκεται στο γεγονός ότι υπάρχουνε εκατομμύρια άλλοι παράλληλοι και μη δρόμοι γεφύρια λεωφόροι υψίπεδα και καταπακτές.

Το ερώτημα είναι, όταν βρισκόμαστε σε αυτά τα βιγλιστικά γεφύρια ή στις αναστοχαστικές καταπακτές, γιατί να αναζητάμε με το βλέμμα το απολιθωμένο δάσος;

Όταν μπορεί από κει να διαφαίνεται πού και πού ολόκληρη η (πολύχρωμη, ζωντανή, οργιώδης, απρόσμενη, να σου φεύγει το κλαπέτο) ζούγκλα της εμπειρίας.

Εξάλλου η αλήθεια δε βρίσκεται στο τέλμα, στο κόκκαλο, στην πέτρα, στο μνημείο, η αλήθεια βρίσκεται
Στης βροχής τις ψιχάλες
Στις μεγάλες ροχάλες
Στις ωραίες μασχάλες
Στις καμμένες κραιπάλες
και στις ψυχεδελικές αγελάδες που φωλιάζουν σε πυτζάμες.

Ο Υπερόπτικ και ο Σαρκάστικ στις αρχιμήδειες βίγλες τους.
 Hyperoptic, 2011   

 

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2011

ένα πράμα φοβούνται οι Γαλάτες




και παίζει να έχουν δίκιο, παραδέχεται ο Υπερόπτικ κλάνοντας μερικές μάντρες, κάποιες μέντες και ορισμένες πατάτες καθώς σηκώνει το βλέμμα του στα αμόνια ε συγγνώμη στα σύννεφα που στολίζουν τον ουρανό της Λουτετίας.

Σάββατο, 16 Ιουλίου 2011

Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2011

ό,τι νάναι, σιγά μπλογκ έχουμε δεν έχουμε εκδοτικό οίκο

Όλη μέρα καλιφόρνια ντρίμινγκ και ο ουρανός να είναι πιο γκρίζος κι από το πιο τελειωμένο ποντίκι του μετρό.
Και δεν μπορώ να φύγω από δω, μου έχουν παραγγείλει κάτι μαικήνες έναν παιάνα για φιλόσοφους κηφήνες.
Αρχίζει έτσι:
Σφυράνε απέξω τις Ιστορίας οι σειρήνες, έφαγα ψάρι σήμερα και μ’έχουν πιάσει πείνες, ο μήνας ούτε στα μισά και τέλειωσαν οι χήνες, πότε ρε πούστη πότε θα κάνουμε τέχνη με μικροΐνες, πριν γίνουμε σκόνη και μας ψάχνουνε στις χρονοδίνες,
«Πολλά υποσχόμενο λιμπρέτο. Λίγα προβλήματα στην ομοιοκαταληξία. Μμμμ.
Το κακό με το σουρεαλισμό είναι ότι δεν μπορείς να τον κοροιδέψεις. Αυτά κάνει ο λόγος, στα περιθώριά του είναι ουροβόρος. Για να πλακατζουρίσεις χρειάζεται οπωσδήποτε σοβαροφάνεια. Πώς να επαναστατήσεις έξτρα μέσα στην επανάσταση;
Γιατί να ανάψεις λάμπα το μεσημέρι;
Τάχει πει κι ο Ζίγκμουντ. Θέλει κρυμμένη κόμπλα για να γελάσουμε να ξεκαρδιστούμε να πέφτουμε να κυλιόμαστε στα πατώματα να κατουριόμαστε πάνω μας να ψοφάμε να μην μπορούμε να πάρουμε ανάσα».

Πολύ το βαρύναμε, χεχεχε, τουλάχιστον έκανα λίγη τέχνη σήμερα:



Το αριστούργημα αυτό ονομάζεται «από τη μία άντερα από την άλλη φώτα» ή «Υπερόπτικ: μέσα κι έξω», ή «Η αποτρίχωση της συνείδησης» ή «Ερριμενότητα κι απαλεψιά». Έχει επίτηδες πολλούς τίτλους για να είναι ιντεράκτιβ και να διαλέγει ο καθένας όποιον θέλει. Για τους φίλους υπάρχει κρυφός κατάλογος με τίτλους (πχ «νευρώνας 14», «άτιτλο», «συριγμοί και ψόφιες πέτρες»).

 Η ΤΕΗΤ και το ΠΟΜΠΙΝΤΟΥ έχουν έρθει στα χέρια ποιος θα το πάρει αλλά λέω τελικά να το πάω στον τάφο του Μόρισον. Αυτός θα με καταλάβει ρε συ…. ρε συ Σαρκάστικ... ρε....

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2011

SATAN SATAN SATAN SATAN

Τέρμα τα ψέμματα, τέρμα τα γλυκόλογα τέρμα οι γαλιφιές.
Όταν ο κοινωνικός ιστός αποσαθρώνεται, όταν τα αποστήματα νοήματος σκάνε στα μούτρα των αστικών γουρουνιών, όταν τα μαύρα άντερα του συστήματος ξεχύνονται από τα κωλοτρυπίδια της βίας, οι Υπερόπτικ Σαρκάστικ δεν έχουν άλλη επιλογή από το να κάνουν ΤΕΧΝΗ.

Ναι κύριέ μου ΤΕΧΝΗ.

Γιατί οι Υπερόπτικ δε μασάνε με τους παιάνες της απελπισίας, έχουν καταλάβει πολύ καλά τη χρεωκοπία του επιχειρήματος, τις μπούφλες που τρώει ο λόγος από τη σιδηρογροθιά της αντινομίας, έχουν αντικρύσει τον ΤΟΙΧΟ όπου η έντιμη αξιοπρεπής praxis ματώνει το κεφάλι της.

Οι Υπερόπτικ Σαρκάστικ δε μιλάνε πολιτικά. Οι Υπερόπτικ τρώνε ατσάλι και χέζουνε σφαίρες, πίνουν τον οχετό της μετριότητας και κατουράνε οξύ στα μούτρα του συμβιβασμού.

Ναι αυτοί είναι οι Υπερόπτικ Σαρκάστικ.

Και τώρα η ΤΕΧΝΗ:

"A minor by-product", Hyperoptic 2011 


Το βρακί συμβολίζει την εύθραυστή μας σεξουαλικότητα - χαρωπή και κιτς, μας θυμίζει ότι η ζωή όπως και η κάβλα βρίσκουν χρωματιστούς τρόπους να ελίσσονται ακόμα κι όταν η επιθυμία φαντάζει μπλοκαρισμένη από παντού.

Το μπονγκ συμβολίζει τους τεχνητούς παραδείσους που πρέπει όλοι να βουτήξουμε με τη μία μέσα για να ξεχάσουμε τα πατερημά μας με τον πιο εύκολο τρόπο.

Η βεντάλια είναι μια ειρωνική αναφορά στους αστούς και παράλληλα μια επίκληση στο θεό της ζέστης να επισκεφτεί τους Υπερόπτικ στην ξενητειά.

Το βιβλίο του Αντόρνο που κρέμεται είναι εκεί καθαρά για τον εντυπωσιασμό.

Το χαρτί με την επίκληση στο Σατανά (γραμμένο συμβολικά με το κόκκινο του αίματος) φέρνει στο νου τη λίστα για ψώνια του Μίστερ Άλιστερ Κρόουλι, και μας θυμίζει ότι ακόμα και οι σατανιστές χέζουνε, τρώνε, πάνε σούπερμάρκετ και κατεβάζουν τα σκουπίδια ακόμα κι αν αυτά περιέχουν αποκεφαλισμένα κοκκόρια και γάτες (το μπανάλ με το γκροτέσκο συνορεύουν τόσο πολύ- μήπως το μπανάλ είναι το γκροτέσκο; μήπως το γκροτέσκο έγινε μπανάλ; μμμμμ). Επίσης θα μας βάλει όλους να αναρωτηθούμε μήπως ο σατανάς είναι μια πιο ανάλαφρη, πικάντικη, σκαμπρόζικη αν θέλουμε επιλογή, σε σχέση με το μπεργκμανικό σιωπηλό γενειοφόρο τύπο up there που δε σηκώνει το κουλάδι του να φέρει μια αρμονία σε χρόνο ντε τε. Οπότε μήπως;

Η απλώστρα ως πλατφόρμα-διαδραστικό medium πέρα από τον προφανή συμβολισμό της κάθαρσης λειτουργεί και ως μεταφορά «σταυρού» όπου το «απλώνομαι» συνορεύει με το «σταυρώνομαι» και στην ουσία δηλώνει τη διαλεκτική απόρριψη και παράλληλα εξύψωση όλων των τυχαίων αντικειμένων που βρίσκονται σε σχέση κρεμάσματος - θυμίζοντάς μας καθόλου τυχαία τις ρήσεις «τα άπλυτα στη φόρα», «τα λερωμένα τ’άπλυτα» και «αυτό το ρούχο είναι σκυλί πλύνε βάλε».

Ο τίτλος του έργου δεν αντικατοπτρίζει ούτε την ουσία του έργου ούτε τις προθέσεις του δημιουργού. Είναι μια τυχαία φράση που το παίζει χάσιμο.

Οι Υπερόπτικ με αυτό το εγχείρημα καλούν το μικρό δημιουργό που κρύβεται μέσα σε όλους μας να βγει έξω να ξεσκάσει λιγάκι κι αυτός που δεν έχει πάει ένα θέατρο, ένα σινεμά έναν περίπατο τόσα χρόνια κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους.

TELOS, δύο είναι τα πράγματα που πρέπει να συγκρατήσουμε από αυτό το ποστ:

Η ΤΕΧΝΗ ΘΑ ΜΑΣ ΣΩΣΕΙ

SATAN SATAN SATAN SATAN