Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

Αϋπνία στον πύργο του Δον Κιχώτη



 Και ο Υπερόπτικ ανοιγοκλείνει τις doors of perception λες και είναι η πόρτα του μπάνιου και γλιστράει στα φρεσκοσφουγγαρισμένα πατώματα των σελίδων.


Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 2011

O Θεός όταν έφτιαξε τη ζωή ούτε καν το είχε φανταστεί αυτό

Αναφώνησαν σήμερα οι Υπερόπτικ Σαρκάστικ καθώς ανεβοκατέβαιναν για μια ακόμα φορά την κλίμακα της αξιολόγησης των καθημερινών απολαύσεων.

Εκτοξεύοντας banalités εναλλασσόμενες με βαθειά πορίσματα ζωής σε ρυθμούς χελώνας δεμένης στο φτερό διαστημόπλοιου, οι Υπερόπτικ συνεχίζουν να μη μασάνε την πούτσα τους ωχ με συγχωρείτε εννοούσα τ’αρχίδια τους, και να αναστοχάζονται για όλους και για όλα λες και έχουν όλο το χρόνο στον κόσμο και όλες τις λέξεις στη διάθεσή τους.
Από την άλλη αυτή η τάση ρεμαλοcontemplation αναγκαστικά θέτει τους Υπερόπτικ απέναντι στο αιώνιο ερώτημα, ποιος είμαι, ποιοι είμαστε, που πάμε, λες να έχει παγωτά εκεί που πάμε, τι θέλω, τι θέλουνε οι άλλοι, τι θέλουμε εμείς, πώς δημιουργούνται οι ταυτότητες, γιατί να γίνονται πόλεμοι, γιατί να ξεκληρίζεται το ανθρώπινο γένος, γιατί να σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν, γιατί βρέχει συνέχεια; Ερωτήματα που φυσικά δημιουργήθηκαν από τους Αρχέγονους Γίγαντες για να γελάνε με την πάρτη μας καθώς πασχίζουμε σαν πολύβουο μελίσσι να αρθρώσουμε τις μίζερες μπεκετικές κραυγές μας στο σκοτεινό τίποτα.

Οι Υπερόπτικ έχουν ψυλλιαστεί τη διαλεκτική ντρίπλα της μοίρας και πολύ συχνά στρέφονται στο μόνο σίγουρο στανταράκι πεδίο γνώσης που δεν είναι άλλο από τη ΒΙΟΛΟΓΙΑ. Ναι και όχι φιλοσοφία ούτε ψυχοβγαλσία ούτε κοινωνιοθεωρία. Βιολογία γιατί εκεί φωλιάζουν λογής λογής καλούδια όπως τα μιτοχόνδρια και τα ριβοσώματα για να μη μιλήσουμε για αυτό το τέρας πολυπλοκότητας το DNA - που θα έπρεπε να κάνει το Ρολάν Μπαρτ να θέλει να κρυφτεί στην τελευταία υποσημείωση του βιβλίου της Βέφας με τη σημειολογική του υποστασάρα. 
Φημολογείται μάλιστα ότι έχουν συναντηθεί αυτοί οι δύο – DNA και Μπαρτ – σε κοκτέιλ πάρτυ στο σπίτι του Λακάν και λέει ο Μπαρτ μετά έκανε μια βδομάδα να αναλύσει κείμενο. Τόσο πολύ κόμπλαρε από το σφρίγος της σημειωτικής μεγαλοσύνης της φύσης. Ένιωσε ένα τιποτένιο σκουλήκι. Άδικα προσπαθούσαν να τον συνεφέρουν οι κολλητοί φέρνοντάς του στιχάκια από αυτά που γράφουν πίσω από τα ημερολόγια να τα αναλύσει – κάτι ποταπό και εύκολο, έλεγε ο Φουκώ. Έλα Ρολάν, πρέπει να ξαναβρείς το κέφι σου, έλα Ρολάν, σκέψου ότι μπορούμε στο κάτω κάτω να τα αποδομήσουμε όλα, όποιος σε ξανακομπλάρει σου τ’ορκίζομαι θα τον αποδομήσω με τα ίδια μου τα λόγια. Απαρηγόρητος ο Ρολάν.
Ατυχές ανέκδοτο από την ιστορία του πνεύματος αλλά και πόσο ευτυχές γιατί θα μας φέρει στο σημείο να αναρωτηθούμε μαζί με το Ρολάν το Μισέλ και γιατί όχι την Αρλέτα το Ζαμπέτα και το Ράσελ Κρόου στο «Ένας υπέροχος άνθρωπος», τι παίζει ρε παιδιά με τη φύση; Τι σκατά; Υπάρχει ένας καταπληκτικός μάστερμάιντ εγκέφαλος που έκατσε και έφτιαξε (ή έφερε τα πράγματα σε τέτοιο σημείο ώστε να υπάρχουν, αχέμ γκουχ γκουχ) τα προφιτερόλ, τα ποδήλατα, τη μεσκαλίνη, τα παιδιά, τις μύγες, τα σκατά, το σεξ, το σελοτέιπ, τα σκυλιά, το Γαλιλαίο, τα ιστορικά ντοκουμέντα, τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες, τον καφέ; Και ούτε καν έχουμε ακόμα αρχίσει να αναρωτιόμαστε το δεύτερο «τι σκατά» που είναι, τι σκατά, έφτιαξε και τις ενοχές, τη συνείδηση, τη δημοκρατία, την ποίηση, το σουμπλίμ, την αισθητική, τόνα τ’άλλο και δε συμμαζεύεται;

Ναι όοοοοχι θα μας πει ο οποιοσδήποτε, μπερδεύεις πολιτισμό και φύση, δεν μπορείς να βάλεις στο ίδιο «τι σκατά» τις ενοχές με το προφιτερόλ ούτε με τις μύγες.
Παρά μόνο αν τρως κρυφά το προφιτερόλ του φίλου σου τον αύγουστο δίπλα στην ξερολιθιά όπου ο φίλος σου βρήκε πριν λίγο ανακούφιση από το χθεσινο κεμπάπ που τον βάραινε όλο το βράδυ στη σκηνή. Μιλάμε πάντα για ελεύθερο κάμπινγκ.
Οπότε ναι, είναι να μένεις μαλάκας με την πολυπλοκότητα του πράγματος (banalité)
Από την άλλη η απάντηση σε εκείνον το σχολαστικό που θέλησε να διακρίνει επίπεδα – στιβάδες του είναι και να στηριχτεί στη θεμελιώδη διάκριση φύση/άνθρωπος, να ξέρει ότι τον έχουνε βουλώσει εδώ και χιλιάδες εκατομμύρια χρόνια όλοι αυτοί οι φιλόσοφοι θεολόγοι πατέρες και μητέρες του πνεύματος που έχουνε πει ή υποθέσει ή υποψιαστεί ότι δεν έχουμε ιδέα γιατί είμαστε άνθρωποι και όχι ζώα, δεν ξέρουμε καν με βεβαιότητα τη διαφορά, θα πεθάνουμε όλοι στάνταρ και θα γίνουμε κόκκαλα και λαμπερά πετρώματα και δεν ξέρουμε καν αν όλο αυτό το πανηγύρι είχε κάποιο νόημα ή δεν ήταν απλά inception μέσα στο inception μέσα στο μυαλό ενός σκύλου που παίζει τον κομπάρσο σε ταινία του star μεσημέρι κυριακής.

Οπότε ως φλεγματικοί επιστήμονες που έφαγαν υπαρξιακή φλασιά, θα πιούμε λίγο κονιάκ μπροστά από το τζάκι των φλεγόντων ζητημάτων, θα κοιτάξουμε με ικανοποίηση τα γηραλέα μέλη της λέσχης στην οποία συχνάζουμε από τότε που ο Σέρλοκ ζούσε ακόμα στη Μπέικερ Στρητ και θα καγχάσουμε με την παιδαριώδη ιλαροτραγική αλαζονεία των Υπερόπτικ Σαρκάστικ: "κχχχχ κχχχ". Έπειτα θα καταπιούμε το κονιάκ σκεφτόμενοι την εποχή που τσακωνόμασταν για τα ορθογώνια πλάνα του Μουτσουγιάμα Μονογκατάρι ενώ αρμέγαμε τα βόδια του Ήλιου, (του Βασιλιά) και θα κόψουμε την πρώτη μπουκιά προφιτερόλ ανεπανόρθωτα βουτηγμένου στη σοκολάτα -χωρίς να χάνει την τραγανιστή υφή του σου και την ένταση της φυσικής βανίλιας στο παγωτό-, αναφωνώντας 




Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2011

21 Φλεβάρη Σάλ Αλάμ Χάιτς, ώρα 6.45 απογευματινή.

Χάθηκα για μια στιγμή - αν θέλετε το πιστεύετε αλλά σας λέω, για μια στιγμή πίστεψα στ'αλήθεια ότι χάθηκα στο τροπικό φοινικόδασος.
Η πέτρα-αψίδα δεν φαινόταν πουθενά. Τι σκατά. Πως θα προσανατολιστώ; Ταχυπαλμία πανικός εφίδρωση παγωνιά : για μερικά λεπτά, όσο πάνε γίνονται και χειρότερα τα πράγματα, όσο το βλέμμα περιφέρεται αρχικά αγωνιώδες ανάμεσα στους πανομοιότυπους ψηλόλιγνους κορμούς των φοινίκων και στις ίσες αποστάσεις μεταξύ τους, ύστερα στρεφόμενο προς τα επάνω στον σουρουπώδη ανοιχτό ουρανό, γιατί ο ήλιος έχει χαθεί στον ορίζοντα και η ίδια ιώδης απόχρωση καλύπτει ισόποσα τα πάντα, γιατί δεν υπάρχει σημείο αναφοράς και δεν μπορεί κανείς να πιαστεί από πουθενά.
Ξάφνου, αναπάντεχα, ενώ έχει χαθεί κάθε ελπίδα και το απεγνωσμένο πλάσμα νιώθει τα άκρα του να μουδιάζουν και να παραδίδονται στην ακίνητη άπραγη απελπισία, εμφανίζεται ως εκ του θαύματος, εκεί που δεν ήτανε πριν, να που ξάφνικα είναι, ο βράχος-σημάδι, η σωτηρία.
Και το πλάσμα νιώθει ξανά το αίμα να κυλάει στις φλέβες του, ο ιδρώτας από παγωμένος γίνεται ζεστός και κυλάει ελπιδοφόρα, η καρδιά πάλλεται εξίσου γρήγορα με άτακτους μικρούς παλμούς μοναχικής σιωπηλής αγαλίασης, κι ενώ το φώς λιγοστεύει επικίνδυνα, τα άκρα ξαναποκτούν ζωή, αιματώνονται και αρχίζουν να τρέχουν. Τρέχουν προς το κύριο μονοπάτι, γυρνούν προς τα αριστερά όταν φτάνουν στο αναγνωρίσιμο πλέον σταυροδρόμι, επιταχύνουν με αγωνιώδη ενθουσιασμό, με πάθος πρωτόγνωρο κι ολόκληρο το σώμα φτάνει επιτέλους αναστατωμένο, εμπύρετο και κάθιδρο στην πύλη 5422 των Σάλ Αλάμ Χάιτς η ώρα 6.45, απογευματινή.

Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

Μπέργκμαν και Σεφερλής: αγεφύρωτα; δε νομίζω

Οι Hyperoptic πολλές φορές στο παρελθόν έχουν εξερευνήσει τα όρια της αναλογίας, για να καταλήξουν ως άλλοι Ουμπέρτοι ΄Εκοι ότι υπάρχουν αν και είναι προβληματικά (και δυσδιάκριτα). 
Αααχ αναλογία μεγάλε άγνωστε. Αναφωνούν συχνά οι Υπερόπτικ Σαρκάστικ όταν ανεβαίνουν στα υψίπεδα της νόησης για να σαλαγίσουν τα γελάδια των συλλογισμών. 
«Επί της ουσίας μπορούμε να συγκρίνουμε ο,τιδήποτε με ο,τιδήποτε» ψιθυρίζει το κλαρίνο του σχετικισμού στα παγωμένα αυτιά των Υπερόπτικ, ενώ οι Γκάιντες των μίζερων βεβιασμένων αποφάσεων σιγοκλαίνε στα βαλτοτόπια της βουκολικοφιλοσοφικής φιλαυτίας τους. 
Ολόκληρη η δομή του επιχειρήματος διαγράφεται σαν επίγευση από γιδοτύρι στα πεινασμένα ρουθούνια των Υπερόπτικ - μια οσμή από ξυνίλα και γαλατίλα διαπερνάει ως το μεδούλι κάθε έννοια-κλειδί, και ξεκλειδώνει παλιές ξαστοχισμένες θύμησες από την εποχή που οι Υπερόπτικ ζούσαν στο χωριό και ξύπναγαν στις 6 κάθε πρωί για να γεμίσουν το παλιό κανάτι με νερό από την πηγή, νερό κρυστάλλινο και ξενερωτικό που τους επέτρεψε να πλύνουν τόσες και τόσες φορές τις μαξιλαροϋπνοτσαλάκες και τα υπολείμματα βραδινών ονείρων από τη φάτσα τους.
Όλα μπορούν να γίνουν ένα στην πηχτή βλάχικη σούπα που εκτελεί χρέη εγκεφάλου στα πολυμορφικά καλειδοσκοπικά μυαλά των Υπερόπτικ. Η ασπρόμαυρη ακμαιότητα των σκληρών πλάνων της σουηδικής μπεργκμανικής θάλασσας συναντά το καμηλό σακάκι όπου ο Σεφερλής για να υποστηρίξει το ευφυές του λογοπαίγνιο έχει ράψει μια ράχη καμήλας και τότε όλα λάμπουν με την καθαρότητα μιας καλοκαιρινής μέρας σαν το χείμαρρο που παιχνιδίζει ανάμεσα στα χορτάρια ενώ τα βελάσματα των προβάτων πετάγονται χαρούμενα σα μικρές αναστοχαστικές αυθάδικες πορδές στα μούτρα της πολύβουης σιωπής της σκέψης.   
Όπως και νάχει οι Υπερόπτικ δεν ξεκαβαλάνε το υπέρλαμπρο άρμα των ελεύθερων συνειρμών τους παρά μόνο για να καβαλήσουν το ρυπαρό μονοπάτι της συνήθειας, αυτής που μας κάνει ανθρώπους.  
Και η γεφύρωση επέρχεται στο άσχετο, σα μια ξεκρέμαστη κατάφαση που αναμένει την ωρίμανσή της και ονειρεύεται τη δικαίωσή της όπως η μυζήθρα που στεγνώνει στο τυροκομιό, συντροφιά με άλλες μυζήθρες, αποβάλλοντας τα περίσσια ζουμιά και σκληραίνοντας μέρα με τη μέρα, ώστε να βρει κι αυτή  φιλόξενη στέγη στον ουρανίσκο του καλοφαγά.
Δεν είναι η πρώτη φορά που οι Υπερόπτικ μέσα στον αγέρωχο σαρκασμό τους επιβεβαιώνουν το πανηγύρι του μεταμοντέρνου πατσά του πνεύματος - όπου στην αρχέγονη λίμνη αυγολέμονου αχνοφαίνονται τα στομαχάκια και τα ποδάκια - συσσωματώματα ιδεών ιδεολογημάτων και έξυπνων καλαμπουριώνε. Αλλά οι Υπερόπτικ ποτέ δε σταμάτησαν εκεί, στην επιβεβαίωση του είναι ως τέτοιου. Ήταν πάντα έξυπνα εκνευριστικά παιδιά που ρώταγαν και μάθαιναν, σήκωναν το χέρι και έλεγαν, διατύπωναν σπαστικές προφανείς αντιρρήσεις για να κολακεύσουν τους τύπους για τους οποίους τραγούδαγαν αργότερα, we don’t need no education. Και κάπου εκεί ή πολύ αργότερα, σε στιγμές μοναξιάς και αυτοαπαξίωσης, οι Υπερόπτικ ένιωσαν κ ενσωμάτωσαν μια για πάντα το διχασμό που τους υποχρεώνει σε αναγκαστική εξέλιξη, το ζιζάνιο που θα τους σιγοτρώει για πάντα. Δεν πρόκειται για λαμπερό breakthrough δεν είναι εύκολη διαπίστωση δεν είναι καμμένο αστείο δεν είναι κατίκι Δομοκού με επονομαζόμενη προστασία προέλευσης. Είναι η μικρή ενόχλα του ωτού, είναι η δυσκαμψία μας στη στάση του Λωτού, είναι τα μπιζέλια κάτω από το σλίπινγκ μπάνγκ του διπλανού, είναι που δεν έρχεται η ώρα φαγητού, είναι και οι λαχτάρες του αναστοχασμού.

Είναι που οι γέφυρες χτίζονται παντού, είναι που την χάσαμε την αίσθηση σκοπού
Είναι που το καμηλό είναι του κουτιού, είναι που φοβόμαστε και την οργή θεού
Είναι από χθες στην άκρη του γιαλού, 
Που κάθεται ο Μπέργκμαν με το σετ σκακιού, 
Θυμάται και δακρύζει παιάνες σουηδικούς, 
απλώνοντας σ’ορίζοντες υπαρξιακούς, 
Το είναι του το προτεσταντικό που δεν το βάζει ο νους
Οπότες τότε στη σκηνή σκάει ο Σεφερλής, να παίξει σκάκι με τον Ινγκμαρ ως πρωταθλητής, ο Ινγκμαρ διαλογίζεται σκηνές με σαλτιμπάγκους, ο Σεφερλής του λέει «καλό ε» και νικάει ρουά ματ στις τρεις κινήσεις με μια ναπολεόντεια τεχνική που του είχε μάθει ο Κασπάρωφ ως επιβάτης του ταξί το 1998 για να πληρώσει την κούρσα, τότε που τα ταξίμετρα επέτρεπαν ακόμα το κλέψιμο.
Ο Ινγκμαρ ξεσπάει σε υπαρξιακά κλάμματα πιο βουβά και από τα βράχια που τα σκάβει το κύμα μέρα με τη μέρα και κυρίως νύχτα με τη νύχτα, ενώ ο Σεφερλής σκύβει πάνω του και του λέει:

« Μην κλαις παππούλη… δεν είναι ότι δε θέλεις…. Δεν μπορείς να νικήσεις».

Και φεύγει χορεύοντας το χορό της νίκης και κάνοντας τζάμπα λογοπαίγνια στην πλάτη του πόνου. Ο Ινγκμαρ κοιτάει τη φιγούρα του να απομακρύνεται στον ορίζοντα και ακούει πλέον σαν αγκομαχητό των σκιών που κάποτε φώτισαν τις μέρες του τις άναρθρες κραυγές του Σεφερλή που ανακράζει με τα πενιχρά του αγγλικά «Λούζερ», «καλό έ» και διάφορα ακατάληπτα καταπληκτικά αστειάκια που χάνονται στη μετάφραση….

Οι Υπερόπτικ σέβονται το βουβό πόνο του Μπέργκμαν και κατεβαίνουν διακριτικά από το υψίπεδό τους στην παραλία, μαζεύουν τις πλακίτσες του Μάστερ Σεφερλή σαν πολύτιμα κοχύλια για να τα χαζέψουν με τις ησυχίες τους όταν αράξουν αργότερα, έχοντας πλέον μαντρώσει τα γίδια των ελεύθερων συνειρμών στη στρούγκα του ορθολογισμού για να απολαύσουν μια ήσυχη μέρα στο σπίτι παρέα με ντιβιντί και ταμπού με θρυλικά ζευγάρια όπως Μπόνι και Κλάιντ, Πάτρικ και Μπομπ, Γιν και Γιανγκ, μακριά από μεγάλες συγκρούσες και αφιλόξενες ακτές.

Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

HYPEROPTIC SARCASTIC II

Οι Hyperoptic sarcastic με χαμηλοβλεπούσα υπεροψία δεν βλέπουν πλέον τον λόγο να αυτοσαρκάζονται και αρπάζουν μια ακόμα κούπα ταπεινού εξωτικού καφέ για τον δρόμο – γιατί η επόμενη κοιλάδα είναι μακρυά, και τα ναυτικά μίλια κοντινά και ακατανόητα. 

Μερικές φορές δυσκολεύονται να ακούσουν, όχι όμως και να ακουστούν και ακόμα λιγότερο να την ακούσουν. 

Μην ρωτάτε γιατί: γιατί ΔΕΝ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΞΕΡΟΥΝ.

Κρύβονται ηδονικά και χουχουλιάζουν μαζί με τις μεγάλες χαδιάρικες αρκούδες του πνεύματος και της καθημερινής ζωής (τον Ζίζεκ, τον Όζυ, τον φίλο μας τον έτσι και τον αλλιώς, τον οποιοδήποτε καλόβολο χοντρούλη, εί δυνατόν μουσάτο, τον Μάρξ, τον Χέγκελ, τον Λέμυ και τον Φλίνκεσταϊν) κάτω από το υπέρθερμο κατευναστικό καλοριφέρ της Αλσατίας, της άγνοιας και της  λήθης, και ρωτούν: τι θέλετε να σας προσφέρω, tea, tee, chae,καφέ, coffee, coffe?

Και όταν από μια καλότυχη αναποδιά στην προσεχή αντάραξη, θα πιτσιλίσουν παιχνιδάρικα τους ανυποψίαστους επιβάτες, τότε θα σκάσουν για να τους κάνουν πλάτες, τα μη ταυτοποiημένα ιπτάμενα φωτεινά οχήματα των εσωγήινων που έχουνε βγει τσάρκα στους υπερ-πολικούς αιθέρες, θέτοντας για άλλη μια φορά υπό αμφισβήτηση τον αξιωματικό τρομονόμο της μηλο-πεφτω-παρατηρητικο-προερχόμενης βαρύτητας και του ουτοπικού χλωμού υποπράσινου φωτός του εσώτερου ηλίου.

HYPEROPTIC SARCASTIC


οι HYPEROPTIC SARCASTIC είναι μια διπολική μεταπολυμερής μορφή ζωής, που φαίνεται να συνδυάζει τα αντιτελεολογικά οράματα του Δαρβίνου με το οντολογικό άκουσμα που συνεπάγεται ο διχασμός ανάμεσα στη θαλπωρή του fleece και την κωλοπιλάλα του globetrotter. Οι HYPEROPTIC SARCASTIC συχνά φορούν λεοντές, βατραχές και ιπποποταμές και ξεχύνονται στις χαράδρες του είναι για να κρούσουν με τα κεφάλια τους τις κοσμικές καμπάνες ή απλά για να σπάσουνε πλάκα. Οι HYPEROPTIC SARCASTIC έχουν ένα ολοκληρωμένο πρότζεκτ για τη ζωή και ξέρουν τι θα πει επανάσταση, έρωτας, φιλία, τέχνη, μεγάλη λογοτεχνία, μετουσίωση της εμπειρίας σε αιώνιους ογκόλιθους του πνεύματος. Όταν τους τη βαρέσει βυθομετρούν επίσης έννοιες όπως πιώμα, λυώσιμο, ψαριλίκι, μάσες. Η διαδικτυακή μετάσταση των Hyperoptic Sarcastic έχει χαρακτηριστεί ως "αναστοχαστική μάστιγα" (Immanuel Kant, 1787) "Μεγάλη Έκρηξη του συμπαντικού Περίμενε" (Stephen Hawkins - Martin Heidegger, 1952) αλλά και ως "Αποκλίνων Yδρατμός του χασμουρητού της αρχέγονης λευκής φώκιας που θα λυώσει τους πάγους του Μουσπέλ" (Bjork, 2004)
Όσο ελέγχουν τη χρονοστιβάδα ξενερώματος που μπορεί να τους αγγίξει ανά πάσα στιγμή, οι Hyperoptic Sarcastic θα επιμένουν να μη βάζουν γλώσσα μέσα τους και να ορκίζονται στο όνομα της γαματοσύνης.