Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012

respect my authoritah


Το ειδικό βάρος των εικόνων
Στην τσόντα:
Εκεί που βάζεις τις λέξεις κλειδιά να σε καβλώσουν
Δίνεις πληροφορίες φίλε δίνεις πληροφορίες
Γιατί οι μικροεξουσιαστικές δομούλες, η απανθρωποποίηση των ρόλων, ο έλλογος εξευτελισμός, η ελεγχόμενη διαστροφούλα σου, είναι τα πιο δικά σου πράγματα, και κοίτα που χώνονται εκεί μέσα στολές, παράσημα, γιατροί, καθηγητάδες, μάνες, πατεράδες, που στην ουσία όλοι θέλουνε απλά να γαμηθούνε, δεν τους νοιάζει τι λένε, όλα αυτά είναι μαλακίες, πότε θα γαμηθούμε είναι το πρόβλημα
Eruption of the real που λέμε
Και Θεός να φυλάει να μη βρεθείς ποτέ στη φαντασίωση του κολληματία, θα σε κάνει να φτύσεις αίμα, και σκέψου, μπορεί να σου αρέσει,
Και δε λέω, έτσι που προχωράει ο πολιτισμός έχουμε φτιάξει τρομερά barriers και τάχουμε καταφέρει να μη γαμιόμαστε με όλους αδιακρίτως, όπως και να μη δέρνουμε όποιον μας καβλώσει,
Πιο πολύ για ρεαλιστικούς πεζούς λόγους παρά για να προασπίσουμε τις ένδοξες απαγορεύσεις του νοήματος,
(εδώ οι καλοί ρεαλιστικοί λόγοι, πάρε πάρε πάρε, ρεαλισμός, πάρε πάρε)
Οπότε είναι εύκολο παιδιά, εσωτερικός δείκτης ανοχής λέγεται: σε ποιο σημείο ισορροπεί η κάβλα, η εξουσία, η κατάθλιψη, ο φετιχισμός της βίας, το όνειρο και το εγώ;

Εκεί, ένα μηδέν. Από κει πρέπει να πετάμε τις πέτρες.


"λύγισε τη μεσούλα σου ομορφόπαιδο"
Hyperoptic, 2012

Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012

Idiot Wind


Συγκινημένος ο Υπερόπτικ κάθεται πάνω στην κόψη της ιστορίας και ατενίζει το κενό. Βάραθρα, λάβες, φωτιές και βροχή από μολότωφ που εκτινάσσονται προς τα πάνω, ευτυχώς η άβυσσος είναι βαθειά και τίποτα δεν αγγίζει τον Υπερόπτικ.
Γιατί ο Υπερόπτικ είναι συγκινημένος.
Τη στιγμή που ο φίλος και συνάνθρωπος νιώθει την ανάγκη της σχιζοφρένειας επιτακτικότατη από το ίδιο το χέρι της κοινωνίας, ο Υπερόπτικ για πρώτη φορά βιώνει το καλύτερο ρίζωμα στην κινούμενη άμμο που οι παλιοί τη λέγανε «κοινωνία».
Λες και ο πανικός του κόσμου στοιχίζει τη βάρκα του Υπερόπτικ μαζί με το πιο μεγάλο κύμα.
Μόνο ένας Σοπέν θα μπορούσε να αποδώσει την αρμονία που σκάει σε κύματα στην καρδιά του Υπερόπτικ.
Γιατί ο Υπερόπτικ πιστεύει ότι πρέπει να είσαι ενθουσιασμένος με το κενό.
Τι σκατά τα διαβάζουμε αυτά που διαβάζουμε τόσα χρόνια, τι σκατά τα ζούμε και τα σκεφτόμαστε, αν ένα πράγμα δεν μας έχουν δώσει να καταλάβουμε; «να πιστεύουμε στο αρνητικό».
Στο αρνητικό και ως χάσιμο, και ως απουσία (βλέπε αρνητική παραίσθηση όταν ΔΕ βλεπεις κάτι που βρίσκεται στην πραγματικότητα, αντί να βάζεις έξτρα στοιχεία).
Στο αρνητικό επίσης ώς αταξία.
Αταξία παιδιά, χάος.
Έλλειψη δομής, πώς το λένε.
Κογιανισκάτσι από τα λίγα.
Αυτό είναι.
Στις μη κογιανιτσκασγιασμένες φάσεις νομίζουν όλοι ότι δεν υπάρχει κενό. Το ξεχνάμε, τρώμε, πίνουμε, πηδάμε, πάμε κάνα σινεμά, θα συζητήσουμε για τη φάση, αλλά μην έχοντας ιδέα τι σχέση έχουμε εμείς με τη φάση.
Καθότι προστατεύουμε ακόμα τη νεύρωσή μας, δε θα ξεβολευτούμε αρκετά ρε παίδες ώστε να βαρυστομαχιάσουμε στ’αλήθεια, τι είμαστε δονκιχώτες;
Εξάλλου το κενό φαίνεται να είναι ψιλουποφερτό για όλους.
(Xα! ποτέ για όλους υπεροπτικοκρυφοαστέ)
Σκάει λοιπόν μετά η αληθινή η ρωγμή, σκάει το ξεσκέπασμα της συνείδησης, τραβιούνται τα χαλιά από τα πόδια των ψευδαισθήσεων.
Αααααμαν!!!!!!!!!!!! Παιδιά ατενίσαμε το κενό.
Τι θα κάνουμε; τι σκατά θα κάνουμε; καταρχήν, θα κάνουμε κάτι; πόσο αυτοκαταστροφικοί θα γίνουμε; πόσο μαζόχες σαδιστές θεολογοπλάνοι οντολόγοι χεσμένοι παπαριάρηδες κακομαθημένοι κακοί μαλάκες είμαστε; (μπορεί και να είμαστε) (αλλά μήπως δεν είμαστε;)
Αφού ρε πούστη κάτω από το χαλί δεν υπήρχε ποτέ τίποτα εκτός από το ίδιο κενό ρε στόκοι, αυτό που βλέπουμε τώρα και τρελαινόμαστε

ΡΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ



"Τέλεια μεγάλε, κατάλαβες ότι αιωρείσαι, τι λες να κάνεις τώρα;
Θα ορθώσεις αναστηματάκι;
Πώς το κόβεις;
Θα αράξεις στη στιγμή; μήπως η στιγμή μας τελείωσε;
Ε; Ηλίθιε;"

Αυτό το κάλεσμα με αυτά τα ποιητικά λόγια ένιωσε ο Υπερόπτικ από την υπερκοσμική μπουρού της επανάστασης.

Γιαυτό είναι συγκινημένος ο Υπερόπτικ.

Γιατί δεν περίμενε να συμπτυχθούν έτσι τα πιο αφηρημένα οράματα μαζί με την ζωή σε τόσο μικροκλίμακα που να τον πιάσει.

Ευχαριστώ, Καζολίν!
Ευχαριστώ, Ιστορία!


Και να σας αφήσουμε με την ευχή να κάνουμε επανάσταση, και κάτι από την ψυχή μας, ένα τραγούδι που το αφιερώνουμε σε μένα, σε σένα, σε όλους.

Καληνύχτα, Υπερόπτικ, καληνύχτα Σαρκάστικ.
Αυτός ο χλωρομπρόνος δε θα αλλάξει ποτέ.
Εκτός αν κουνήσετε λιγάκι την κωλήθρα σας....
Καληνύχτα…




de la connaissance réflechissante théorique de la conscience
ε ντε λα νεσσεσιτέ ντε λα ρεβολουσιόν
Υπερόπτικ, 2012



Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2012

Dirtiness is inherent



Ενώ ο Υπερόπτικ μαστίζεται από τη στατικότητα των αντικειμένων γύρω του, νιώθει τον κοσμικό σεισμό να βαράει μικρές χαραγματιές στην καρέκλα του, στα πόδια του, στο στομάχι του. Ο Υπερόπτικ είναι γεμάτος ανεπαίσθητες σεισμικές χαραγματιές. Ίσως καλύτερα, σκέφτεται, έχει και καμιά τρύπα η ουτοπία να χωθεί.
Η ουτοπία γλιτσερή σα φαντασίωση όμως περιφρονεί τις μικρές σεισμικές ρωγμές και σαν εξοστρακισμένο σκατό ψάχνει το δρόμο για τον κώλο του Υπερόπτικ.
Πάλι καλά που ο Υπερόπτικ είναι καρεκλοκένταυρος, δε θα επιτρέψει σε καμία γλιτσιάρικη ουτοπία να τον σοδομίσει.
Ναι κύριε Υπερόπτικ, αλλά τι νομίζετε, οι ουτοπίες έρχονται σαν τα αγγελάκια με λύρες και αέρινες έννοιες;
Έτσι νόμιζα ρε παιδιά.
Μπα, όχι. Είναι σκοτεινή υπόθεση η ουτοπία.



a faithful friend
Hyperoptic, 2012






Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012

Αγανάκτηση αλητεία κάβλα


Έτσι θα αρχίζει τελικά το αναρχικό ποίημα που ήθελε να γράψει ο Υπερόπτικ εμπνεόμενος από τα τρία άλφα, (το μοτίβο ΑΑΑ) που του ήρθε στην αρχή, αλλά μετά σεβάστηκε το συνειρμικό του νήμα που στη θέση του τρίτου άλφα έβαλε ένα κάππα, και αφού έτσι έτυχε και όλα αυτά είναι αρκούντως αναρχικά ξεκινάει.

Πίσω από τις τριζάτες έριδες των σελίδων
Κάτω από τα ράφια των τελευταίων εκπλήξεων
Ανάμεσα στη μεσοτοιχία και την πόρτα της έρημης νεκρολογίας
Κείτεται το χάλκεον χέρι που πλέον σάθρυνε
Με μάτια θολά από το σκότισμα της συνήθειας
Κάνουμε δέκα χειραψίες τη μέρα στο άκρο φάντασμα των σαστισμένων ενοχών κάποιας αραχνιασμένης μάγισσας που έχασε πια το πρόσωπό της
Και μετά βουτάμε με τα δύο στο βάλτο
Είναι κολλώδης επιθανάτιος και χλιαρός, και πλέουν εκεί ανάμεσα τα κόκκαλα και των σελίδων
Και των γραμμών που σκάλωσαν στην αλητεία της λέξης
Και των περήφανων εγέρσεων που ήταν πιο δομικές από ότι έπρεπε, πιο άχρονες από όσο αντέχει ο καιρός, πιο κόκκινες από όσο θα επέτρεπε η πίστη στο μεσσία
Γιατί όταν αναμετριέσαι με τα σύννεφα
Σε τρώνε οι κότες
Κι όταν αναμετριέσαι με τα κύματα
Σε τρώνε οι ρότες
Κι όταν η ψυχρότητα του πάγου και η σιωπή της μουμιοποιημένης σου ψυχής
Σαλεύουν κάτω από το σκοτάδι
Αν
Θα απαρνηθείς τον εαυτό σου από αυτό το μικρό δευτερόλεπτο της σκέψης που αποκλείει την πράξη
Τότε
Σε μαύρο καμβά θα έσκιζες μια μικρή τομή
Για να δείξεις ότι η φωτιά δεν πρέπει να ζωγραφίζεται
Αλλά να δείχνεται.


Ντύσου αστροναύτης και βγες έξω για το κυνήγι πτώματος που οργάνωσε η ενορία
Ντύσου αστροναύτης και άντε στη γραμματεία παρέα με ένα μαχαίρι


Πούτσα κρύο αναρχία και γλυκιά μελαγχολία
Υπερόπτικ, ανάρχας, 2012



Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2012

Υπερόπτικ: βαρετός και βαρεμένος


Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο της ρουτίνας αυτές τις μέρες ο Υπερόπτικ, αντιλήφθηκε αποκαλυπτικά σε μια στιγμή αλλούτερης έμπνευσης μια μεγάλη αλήθεια: ότι είναι βαρετός. Βέβαια της αποκάλυψης προηγήθηκε ολόκληρη περίοδος κατά την οποία ένιωθε απίστευτα βαριεστημένος, αλλά αυτό ήταν εύκολο να το αποδίδει τόσον καιρό σε εξωγενείς παράγοντες, μέχρι που έφτασε στην πραγματική αιτία του προβλήματος:
ξέρετε ποιος είναι βαριεστημένος; αυτός που είναι βαρετός. Ξέρετε ποιος είναι βαρετός; αυτός που βαριέται και τον ίδιο του τον εαυτό. Ο βαριεστημένος.
Και είναι αλήθεια.
Ο Υπερόπτικ που είναι ψυχαναλυτικά ψυχανεμισμένος με το που αντιλήφθηκε στο βάθος του το πρόβλημα, στράφηκε αμέσως στα όνειρά του. Τα οποία είναι κι αυτά βαρετά και μαλακισμένα, μαστίζονται από οικογενειακές μαζώξεις και μίζερα οιδιπόδεια, ηλίθιες αγχωτικές πλοκές και στα οποία ο Υπερόπτικ καλείται ακόμα και στον ύπνο του να λύνει σχολαστικά προβλήματα άλλων, για να καταλήγει σε αγωνιώδη προσπάθεια να σηκωθεί κάθε μέρα μετά από τρίωρο σνουζ του αγαπημένου διαστημικού του ξυπνητηριού.
Μα τι σκατά, αναρωτιέται ο Υπερόπτικ. Εγώ, που ήμουνα το κέντρο του γλεντιού, που έπιανα την πέτρα και την έκανα πιετά, που με δυο δρασκελιές διάβαινα διαπλανητικές διόδους, γιατί τέτοια κατάρα, γιατί να είμαι βαρετός και βαρεμένος, γιατί, γιατί;
Α, αγαπητέ αναγνώστη, κι εσύ Σαρκάστικ.
Όταν τα φώτα της ράμπας σβήνουν, όταν δεν έχουν μείνει παρά οι μάσκες και τα κονφετιά στο πάτωμα να θυμίζουν τη χθεσινή γιορτή, τότε ο θεατρίνος μένει μόνος του με την πάρτη του, κι άμα ξεθυμάνει με το καλό η κάβλα του ναρκισσιστικού του μεθυσιού, θα ακούσει μια φωνή μέσα του: «ντάξει βαριέμαι λίγο».
Τι βαριέται ο θεατρίνος; μήπως τη μοναξιά; μήπως την εσωστρέφεια; ή ΜΗΠΩΣ ΤΟΝ ΝΕΑΥΤΟ ΤΟΥ;;;;;;
Το τρίτο.
Και ο Υπερόπτικ όπως ο θεατρίνος βαριέται τον νεαυτό του.
Γιατί ο νεαυτός του τόσον καιρό δε μας έχει δείξει καμιά σοβαρή στοχοπροσήλωση σε τίποτα, είναι καλό παιδί δε λέω αλλά λίγο αεριτζής, κάνει κρα να γίνεται αρεστός και έτσι αλλοτριώνεται και χάνει πολύτιμη ενέργεια, και να πεις ότι δεν υπάρχει δουλειά που περιμένει τον Υπερόπτικ για να γίνει, πώς, υπάρχει, αλλά ο Υπερόπτικ τρεχαγυρευόπουλος.
Είναι λογικό λοιπόν αναγνώστη και Σαρκάστικ ο Υπερόπτικ να έχει κωλοβαρεθεί την ίδια του την πάρτη και να υψώνει αυτό το κατηγορώ προς την αφεντιά του, βροντοφωνάζοντας «ρε φίλε είσαι βαρετός γαμώ το κέρατο, κάνε κάτι ρε μαλάκα να ξεκουνηθούμε, πάλεψέ τη, μη μουχλιάζεις, σιχτίρ».
Ο βαρετός εαυτός του Υπερόπτικ όμως βαριέται ακόμα και ίδιες τις φωνές του και την ώρα που αυτοπαροτρύνεται, χαζεύει κιόλας και το βλέμμα του πέφτει τυχαία στη μοκέτα δίπλα στο κρεβάτι.
Δεν είναι ένα θέαμα που σε ανυψώνει αυτό της μοκέτας, όχι, όχι.
Καθότι μετά την ανακάλυψη από το δημιουργικό τημ του Σαρκάστικ της έννοιας «μιζεραμπίλια», τώρα ο Υπερόπτικ μπορεί πλέον να ονοματίσει αυτό που βλέπει.
Ναι το σπίτι του είναι γεμάτο μιζεραμπίλια.
Γιατί στο πολύμπριζο που φωλιάζει δίπλα στο κρεβάτι έχουν συναθροιστεί διάφορες μπρίζες που έχουν να χρησιμοποιηθούν από του αγίου πούτσου, φορτιστές και καλώδια, τσιγαρόχαρτα και τελειωμένοι αναπτήρες μαζί με κάλτσες κέρματα και αρκετά ζευγάρια παντόφλες.
Τι κι αν μακροσκοπικά το Υπεροπτικόσπιτο είναι γαμάτο, τι κι αν η αισθητική τρέχει σαν το σιρόπι του σωστού γαλακτομπούρεκου από τα ταβάνια στους καναπέδες, τα μικροφράκταλ μιζεραμπιλίων γαμάνε τη μικροσκοπική δομή κουράζοντας τον κάτοικο με την πολλαπλή τους διαστρωμάτωση και αναγκάζοντας τον Υπερόπτικ σε καθημερινή κολύμβηση στο ίδιο του το σπίτι μέσα σε σωρούς ύλης και μορφών, που, τα έλεγε και ο Αριστοτέλης παιδιά, η φόρμα σπάει πούτσους.
Τι κρίμα που το μπλογκ μας είναι υπερ-προσωποκεντρικό, αν ήταν λίγο πιο λευκωματώδες και περσονέλ ο Υπερόπτικ θα υπογράμμιζε σε μια φωτογραφία του τα μιζεραμπίλια του χώρου με τα μιζεραμπίλια που φοράει, γιατί ναι, ο Υπερόπτικ όπως και ο Σαρκάστικ μπορεί στο δρόμο να είναι (μερικές φορές) κούκλα η κουμπάρα, στο σπίτι όμως έχουν πάρει και οι δύο τον ιερό όρκο να μεταμφιέζονται σε άστεγο σε χρόνο ντε τε, γιατί μες στο θολό μυαλό τους το άνετο ρούχο είναι η φόρμα που σου ξέμεινε από τα σπυριάρικα χρόνια του γυμνασίου, το πιο ξεχειλωμένο μπλουζάκι που έχεις και σε στρώματα η κομπιασμένη ζακέτα, η φλις ρόμπα, και γιατί όχι και μια κουβέρτα πόντσο τώρα που κάνει κρύο.

Πώς να σηκώσει κεφάλι φίλε Σαρκάστικ ο Υπερόπτικ; πώς να αποτινάξει τα μιζεραμπίλια, να ξαναγίνει ενδιαφέρων τύπος, να καβαλήσει το καλό τσι, να σηκωθεί από το κρεβάτι που λυώνει και με μια ανάσα να τελειώσει το αριστούργημα των δέκα ηπείρων που κρύβεται στο κεφάλι του χωρίς να βαριέται;
Ε;
Πώς;;

όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη βρώμα
Hyperoptic del Mizerabile, 2012




Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2012

Συναισθηματικός βιτγκενστάιν για πρωτάρηδες


Όλες οι εν θερμώ επικλήσεις έχουν αυτό το πρόβλημα.

Τη στιγμή που αφήνουν το υποκείμενο να τραμπαλιστεί στην αμφίρροπη ακμή τους, το εκθέτουν ανεπανόρθωτα στο λάθος.

Το λάθος ακούγοντας τον άνεμο της αβεβαιότητας έρχεται σα μεγάλο ασημένιο χέρι να αρπάξει την πιθανότητα, να την κάνει γεγονός.

Η γέννηση των γεγονότων εκκολάπτεται καλύτερα τη νύχτα, όταν τα λόγια της μέρας ξαναγυρνούν να στοιχειώσουν τις γλωσσολαλιές των υπναγωγικών μας θαλάμων.

Παρόλα αυτά υπάρχει δυνατότητα για άπειρες επιστροφές, για όσες θέλουμε ακυρώσεις.

Όσο πιο κυνικοί είμαστε, οι δυνατότητες απειρίζονται.

Εξού και τόσες παραλλαγές στους ανθρώπους.

Βοηθάει βέβαια που μιλάμε για να παραγνωρίσουμε πιο πολύ από ότι να γνωρίσουμε

Αλλά με ένα καλό οντολογικό μπούκωμα καταλαβαίνουμε ότι πλέουμε μέσα σε μισοφαγωμένα γεγονότα όπως ο μέρμηγκας πλέει στο μπολ με τα Τσίριος.


the golden epiphany
Hyperoptic, 2012