Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2012

Υπερόπτικ: βαρετός και βαρεμένος


Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο της ρουτίνας αυτές τις μέρες ο Υπερόπτικ, αντιλήφθηκε αποκαλυπτικά σε μια στιγμή αλλούτερης έμπνευσης μια μεγάλη αλήθεια: ότι είναι βαρετός. Βέβαια της αποκάλυψης προηγήθηκε ολόκληρη περίοδος κατά την οποία ένιωθε απίστευτα βαριεστημένος, αλλά αυτό ήταν εύκολο να το αποδίδει τόσον καιρό σε εξωγενείς παράγοντες, μέχρι που έφτασε στην πραγματική αιτία του προβλήματος:
ξέρετε ποιος είναι βαριεστημένος; αυτός που είναι βαρετός. Ξέρετε ποιος είναι βαρετός; αυτός που βαριέται και τον ίδιο του τον εαυτό. Ο βαριεστημένος.
Και είναι αλήθεια.
Ο Υπερόπτικ που είναι ψυχαναλυτικά ψυχανεμισμένος με το που αντιλήφθηκε στο βάθος του το πρόβλημα, στράφηκε αμέσως στα όνειρά του. Τα οποία είναι κι αυτά βαρετά και μαλακισμένα, μαστίζονται από οικογενειακές μαζώξεις και μίζερα οιδιπόδεια, ηλίθιες αγχωτικές πλοκές και στα οποία ο Υπερόπτικ καλείται ακόμα και στον ύπνο του να λύνει σχολαστικά προβλήματα άλλων, για να καταλήγει σε αγωνιώδη προσπάθεια να σηκωθεί κάθε μέρα μετά από τρίωρο σνουζ του αγαπημένου διαστημικού του ξυπνητηριού.
Μα τι σκατά, αναρωτιέται ο Υπερόπτικ. Εγώ, που ήμουνα το κέντρο του γλεντιού, που έπιανα την πέτρα και την έκανα πιετά, που με δυο δρασκελιές διάβαινα διαπλανητικές διόδους, γιατί τέτοια κατάρα, γιατί να είμαι βαρετός και βαρεμένος, γιατί, γιατί;
Α, αγαπητέ αναγνώστη, κι εσύ Σαρκάστικ.
Όταν τα φώτα της ράμπας σβήνουν, όταν δεν έχουν μείνει παρά οι μάσκες και τα κονφετιά στο πάτωμα να θυμίζουν τη χθεσινή γιορτή, τότε ο θεατρίνος μένει μόνος του με την πάρτη του, κι άμα ξεθυμάνει με το καλό η κάβλα του ναρκισσιστικού του μεθυσιού, θα ακούσει μια φωνή μέσα του: «ντάξει βαριέμαι λίγο».
Τι βαριέται ο θεατρίνος; μήπως τη μοναξιά; μήπως την εσωστρέφεια; ή ΜΗΠΩΣ ΤΟΝ ΝΕΑΥΤΟ ΤΟΥ;;;;;;
Το τρίτο.
Και ο Υπερόπτικ όπως ο θεατρίνος βαριέται τον νεαυτό του.
Γιατί ο νεαυτός του τόσον καιρό δε μας έχει δείξει καμιά σοβαρή στοχοπροσήλωση σε τίποτα, είναι καλό παιδί δε λέω αλλά λίγο αεριτζής, κάνει κρα να γίνεται αρεστός και έτσι αλλοτριώνεται και χάνει πολύτιμη ενέργεια, και να πεις ότι δεν υπάρχει δουλειά που περιμένει τον Υπερόπτικ για να γίνει, πώς, υπάρχει, αλλά ο Υπερόπτικ τρεχαγυρευόπουλος.
Είναι λογικό λοιπόν αναγνώστη και Σαρκάστικ ο Υπερόπτικ να έχει κωλοβαρεθεί την ίδια του την πάρτη και να υψώνει αυτό το κατηγορώ προς την αφεντιά του, βροντοφωνάζοντας «ρε φίλε είσαι βαρετός γαμώ το κέρατο, κάνε κάτι ρε μαλάκα να ξεκουνηθούμε, πάλεψέ τη, μη μουχλιάζεις, σιχτίρ».
Ο βαρετός εαυτός του Υπερόπτικ όμως βαριέται ακόμα και ίδιες τις φωνές του και την ώρα που αυτοπαροτρύνεται, χαζεύει κιόλας και το βλέμμα του πέφτει τυχαία στη μοκέτα δίπλα στο κρεβάτι.
Δεν είναι ένα θέαμα που σε ανυψώνει αυτό της μοκέτας, όχι, όχι.
Καθότι μετά την ανακάλυψη από το δημιουργικό τημ του Σαρκάστικ της έννοιας «μιζεραμπίλια», τώρα ο Υπερόπτικ μπορεί πλέον να ονοματίσει αυτό που βλέπει.
Ναι το σπίτι του είναι γεμάτο μιζεραμπίλια.
Γιατί στο πολύμπριζο που φωλιάζει δίπλα στο κρεβάτι έχουν συναθροιστεί διάφορες μπρίζες που έχουν να χρησιμοποιηθούν από του αγίου πούτσου, φορτιστές και καλώδια, τσιγαρόχαρτα και τελειωμένοι αναπτήρες μαζί με κάλτσες κέρματα και αρκετά ζευγάρια παντόφλες.
Τι κι αν μακροσκοπικά το Υπεροπτικόσπιτο είναι γαμάτο, τι κι αν η αισθητική τρέχει σαν το σιρόπι του σωστού γαλακτομπούρεκου από τα ταβάνια στους καναπέδες, τα μικροφράκταλ μιζεραμπιλίων γαμάνε τη μικροσκοπική δομή κουράζοντας τον κάτοικο με την πολλαπλή τους διαστρωμάτωση και αναγκάζοντας τον Υπερόπτικ σε καθημερινή κολύμβηση στο ίδιο του το σπίτι μέσα σε σωρούς ύλης και μορφών, που, τα έλεγε και ο Αριστοτέλης παιδιά, η φόρμα σπάει πούτσους.
Τι κρίμα που το μπλογκ μας είναι υπερ-προσωποκεντρικό, αν ήταν λίγο πιο λευκωματώδες και περσονέλ ο Υπερόπτικ θα υπογράμμιζε σε μια φωτογραφία του τα μιζεραμπίλια του χώρου με τα μιζεραμπίλια που φοράει, γιατί ναι, ο Υπερόπτικ όπως και ο Σαρκάστικ μπορεί στο δρόμο να είναι (μερικές φορές) κούκλα η κουμπάρα, στο σπίτι όμως έχουν πάρει και οι δύο τον ιερό όρκο να μεταμφιέζονται σε άστεγο σε χρόνο ντε τε, γιατί μες στο θολό μυαλό τους το άνετο ρούχο είναι η φόρμα που σου ξέμεινε από τα σπυριάρικα χρόνια του γυμνασίου, το πιο ξεχειλωμένο μπλουζάκι που έχεις και σε στρώματα η κομπιασμένη ζακέτα, η φλις ρόμπα, και γιατί όχι και μια κουβέρτα πόντσο τώρα που κάνει κρύο.

Πώς να σηκώσει κεφάλι φίλε Σαρκάστικ ο Υπερόπτικ; πώς να αποτινάξει τα μιζεραμπίλια, να ξαναγίνει ενδιαφέρων τύπος, να καβαλήσει το καλό τσι, να σηκωθεί από το κρεβάτι που λυώνει και με μια ανάσα να τελειώσει το αριστούργημα των δέκα ηπείρων που κρύβεται στο κεφάλι του χωρίς να βαριέται;
Ε;
Πώς;;

όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη βρώμα
Hyperoptic del Mizerabile, 2012




Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2012

Συναισθηματικός βιτγκενστάιν για πρωτάρηδες


Όλες οι εν θερμώ επικλήσεις έχουν αυτό το πρόβλημα.

Τη στιγμή που αφήνουν το υποκείμενο να τραμπαλιστεί στην αμφίρροπη ακμή τους, το εκθέτουν ανεπανόρθωτα στο λάθος.

Το λάθος ακούγοντας τον άνεμο της αβεβαιότητας έρχεται σα μεγάλο ασημένιο χέρι να αρπάξει την πιθανότητα, να την κάνει γεγονός.

Η γέννηση των γεγονότων εκκολάπτεται καλύτερα τη νύχτα, όταν τα λόγια της μέρας ξαναγυρνούν να στοιχειώσουν τις γλωσσολαλιές των υπναγωγικών μας θαλάμων.

Παρόλα αυτά υπάρχει δυνατότητα για άπειρες επιστροφές, για όσες θέλουμε ακυρώσεις.

Όσο πιο κυνικοί είμαστε, οι δυνατότητες απειρίζονται.

Εξού και τόσες παραλλαγές στους ανθρώπους.

Βοηθάει βέβαια που μιλάμε για να παραγνωρίσουμε πιο πολύ από ότι να γνωρίσουμε

Αλλά με ένα καλό οντολογικό μπούκωμα καταλαβαίνουμε ότι πλέουμε μέσα σε μισοφαγωμένα γεγονότα όπως ο μέρμηγκας πλέει στο μπολ με τα Τσίριος.


the golden epiphany
Hyperoptic, 2012

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2012

ΞΕΝΥΧΤΙΣΜΕΝΟΣ Ο ΚΑΙΝΟΥΡΙΟΣ ΧΡΟΝΟΣ


Ο κόσμος δεν πιστεύει τους γιατρούς που λέγανε ότι πρέπει να πλένουμε τα χέρια μας, πιστεύει αυτούς που πουλάνε λοσιόν για να ξαναφυτρώσουν τα μαλλιά, ο κόσμος πατάει τα κλικ που θα σε μάθουν πως να κρατήσεις έναν άντρα με δυο μαγικά τιπς, γιαυτό ο Υπερόπτικ πίνει σα νεροφίδα, γιατί έχει δυο ακατόρθωτα τιπς για να γίνουμε όλοι ευτυχισμένοι, τρία αδιανόητα τιπς για να εξαφανιστεί η πιτυρίδα, ένα τιπ για να φτιάξεις πυρίτιδα και άλλο ένα τιπ πανεύκολο για να ξεμπλοκάρουν οι σχέσεις μας παιδιά, να ξεμπλοκάρουν οι σχέσεις μας.

Και τώρα ένα ανέκδοτο.


Κάθονται ο Σέρλοκ και ο Φρόυντ σε ένα μπαλκόνι και πίνουνε κονιάκ.

Λέει ο Σέρλοκ: "είναι φανερό ότι πριν έρθεις εδώ ήσουν σε μια οικοδομή και μάλιστα έφυγες τρέχοντας και κλάνοντας μέντες γιατί σε κυνήγησε ένας άγριος σκύλος".

Ο φρόυντ εντυπωσιάζεται αλλά είναι κωλοεγωιστάκος και φυσικά δεν το δείχνει.

"από πού το συνάγεις;" ρωτάει αργά και πολιτισμένα το συνομιλητή του.

"στα παπούτσια σου που κανονικά θα λάμπανε υπάρχει σκόνη από τσιμέντο. Τα μανίκια σου έχουν τριφτεί σε φρεσκοασβεστωμένο τοίχο, και ένα δοκάρι προεξέχει από τον κώλο σου. Μερικές τρίχες σκύλου στολίζουν την πίσω μεριά του παντελονιού σου και έχεις ένα σκατό στην κάλτσα, πράγμα που σημαίνει ότι έκλασες μέντες και έφυγες τρέχοντας".

Ο Φρόυντ σωπαίνει στοχαστικός. "πολύ καλά, πολύ καλά…" μουρμουρίζει επικυρώνοντας την ιδιοφυή ανάλυση του Σέρλοκ. "για ερωτευμένος, είσαι πολύ παρατηρητικός" του αντιτείνει προκλητικά κοιτώντας τον μέσα από τον καπνό της πίπας του με εκείνα τα μάτια που έκαναν τις υστερικές να παραληρούν.

"ερωτευμένος; θα αστειεύεσαι βέβαια!" ανακάθεται στην καρέκλα του σκανδαλισμένος ο Σέρλοκ.

"το ότι πρόσεξες το δοκάρι στον κώλο μου είναι καθαρή ένδειξη της καθήλωσής σου στο πρωκτικό στάδιο. Πράγμα που ενισχύεται από το ότι πρόσεξες το σκατό στην κάλτσα. Λογικό γιατί είσαι κολληματίας. Η υπόθεση της καταδίωξης από το σκύλο είναι ικανή αλλά και όχι και αναγκαία για να εξηγήσει τις τρίχες στο παντελόνι μου. Θα μπορούσα απλά να έπαιζα με το Τζακ τον αγαπημένο σκύλο της Άννας. Της Άννας Φρόυντ. Της κόρης μου. Το ότι επέμεινες στην παρανοϊκή χροιά της καταδίωξης μας παραπέμπει στις ομοφυλοφιλικές σου τάσεις προς τον Γουάτσον μέσω του κλασικού μηχανισμού της αντίστροφης προβολής που έχω εκθέσει στην περίπτωση του Ράττενμαν. Αλλά δεν είναι αυτά που με έπεισαν ότι είσαι ερωτευμένος".

"τότε τι;" ρωτάει τσαντισμένος ο Σέρλοκ.

"δεν πρόσεξες ότι είμαι ντυμένος Μπομπ Σφουγγαράκης".



"τσίμπα ένα αρχίδι" ή
"O ξεκατινιασμένος και ποταπός χορός της νίκης του Φρόυντ"
Υπερόπτικ, 2012 (πότε πήγε 12 ρε πούστη)


Χεχεχεχεχεχεχεχε.

Και ο Φρόυντ χορεύει το χορό της νίκης ενώ ο Σέρλοκ ταπεινωμένος μαζεύει ενδείξεις για να τον ξαναταπώσει ενώ ο Υπερόπτικ ενημερώνει το Σαρκάστικ ότι κουρεύτηκε σαν μικρό πουστάκι και έβαψε μαλλί πλατίνα ο γέα, και ότι τον έχει πιάσει η μελαγχολία των μεθεόρτιων και γάμησε τα ρεεεεεεε γύρισα νωρίς ρεεεεεεεεεεεε σταδιάλα αυτά τα αρεοπλάνα μας πάνε μας φέρνουν αλλάααα καταλαβαίνουν τον πόνο μας ρεεε; όχι ρεεεεεεε

Άντε φιλούμπες στας Αθήνας από τας Λονδίνας και

ΞΕΝΥΧΤΙΣΜΕΝΟΣ Ο ΚΑΙΝΟΥΡΙΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2011

Ο μεταφυσικός βρωμύλος



Kαθότι κύριοι είναι ηλίθιος ο στρατευμένος άθεος
Καθότι δεν ξέρετε την τύφλα σας αγαπητοί
Επίσης είναι ηλίθιος ο άθεος επιστήμονας
Εκτός αν είναι κανένας φίλος και απλά δεν του το λέμε
Και όλος ο κόσμος είναι συμπαθητικός όταν κοιμάται,
Όλοι οι άνθρωποι είναι ευάλωτοι όταν αγαπάνε
Και ο μισάνθρωπος μέσα στον Υπερόπτικ προσπαθεί να πιαστεί από τις τρίχες του αδέξιου δαίμονα που λέει έφτιαξε τον κόσμο,
Γιατί εννοείται ο θεός σιγά μην καταδεχόταν
Γιαυτό μαλακίζεται το πελεκούδι
Αλλά κι αυτό μαλακία δεν είναι; μπορεί σε μπίγκερ σκέηλ το πελεκούδι απλά να ξεδιπλώνεται, να μη μαλακίζεται
Και τι να πει κι ο Υπερόπτικ που είναι λίγο μίζερος σήμερα
Ούτε καλός μισάνθρωπος δεν μπορεί να γίνει
Κι αυτό μαλακία του φαίνεται
Ηλίθιο του φαίνεται κι αυτό
«η ομορφιά που ξεδιπλώνεται, εκστατικός ο κόσμος, απελπισία και οργή» του ψιθυρίζει ο Ιονέσκος, ανικανοποίητος γερόλυκος με δύσκολο χαρακτήρα
τι να πεις ρε Ιονέσκε

Α οι άνθρωποι που αγαπάνε την ανθρωπότητα και μισούνε τους ανθρώπους

Αλλά έχει δίκιο ο τύπος, οι μισοί είμαστε πολιτικοί, οι μισοί μεταφυσικοί,
Και τι να πω πια τι απόθεμα πρέπει να χρειάζεται για να αγαπήσει κανείς την αδυναμία
Εκεί που τη βλέπει τη μαλακία να λέει, εντάξει είναι κι αυτό ανθρώπινο πολύ ανθρώπινο,
Και να μη φοβάται το ναρκισσιστικό του μάτι, την εσωτερική του προδοσία

Άστα φίλε Σαρκάστικ μιζέρια ρε, ες αύριον τα ακμαία.

Ο μεταφυσικός βρωμύλος
Hyperoptic, 2011

Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2011

ο ανδαλουσιανός ψύλλος


Δύσκολοι καιροί για κτηνοβάτες
Με τόσα γουρούνια που έχουν μαζευτεί
Με κατάστρεψε η επισκευή της καφετιέρας, τώρα όλη μέρα είμαι τούρμπο
Έχω ρετάρει και με το ρεαλισμό
Δεν υπάρχουν ρεάλια ρεάλια
Μονόλιρα, πεντόλιρα, μπικικίνια καφετιά και μαρούλια
Και ήθελα ένα φλογοβόλο για τα χριστούγεννα
Να καθαρίσουμε τους κακομούτσουνους, τους ρατσιστές και τα εθνίκια
Να μείνουμε οι γαμάτοι να χαλαρώσουμε λιγάκι
Μετά να ανέβουμε όλοι μαζί σε μια κορφή να πέσουμε με το κεφάλι
Γιατί εμείς είμαστε οι χειρότεροι
Κι αν επιζήσουμε ε τι να πω χαλάλι μας
Υιοθετούμε και το point of view του θεού έτσι για τη φάση
Ή εναλλακτικά το point of view της κατσαρίδας, το ίδιο είναι
Μη σου πω επίτηδες της κατσαρίδας για να τη σπάσουμε στο χοντρό
Και τελικά λέει η κατσαρίδα να είναι το μέλλον, να κλαίει με το βάγκνερ και να λιγουρεύεται πατέ σαλιγκαριών με χαβιάρι μέδουσας
Και λέει με το που θα γίνει ο πυρηνικός όλεθρος η κατσαρίδα να πει ουφ επιτέλους να χτίσω τον τέλειο σουμπλίμ ειρηνικό πολιτισμό να τελειώνουμε
Και να χτυπήσει κατευθείαν το επίπεδο τρία άλφα της συνείδησης
Που εμείς ούτε στον ύπνο μας
Και που το χτύπαγε και όσο είμασταν εδώ απλά ήταν πολύ αξιοπρεπής για να μας το επιβάλλει
Κ εμείς οι μαλάκες αντί να διδαχθούμε την πλακώναμε στο τέζα
Κι έπειτα συζητάγαμε για την επίδραση των γερμανών μεταμοντέρνων στον αγγλοσαξωνικό ηθικισμό
Ενώ η κατσαρίδα άκουγε ψυχορραγώντας και έλεγε «ρε τους κακομοίρηδες δεν ξέρουν ότι μόνο αν γευθείς σκατά με οδοντόκρεμα μπορείς να καταλύσεις τον εμπειριοκριτικισμό»
Και μετά βούταγε στον ωκεανό της μεγάλης αιτίας για κατσαρίδες και επανερχόταν σε συνείδηση αυγού για να σκάψει υπομονετικά το δρόμο της μέσα από τη σιχαμάρα που αποτελεί το οντολογικο της πάνελ να περιμένει να περιμένει να ψοφήσει το ανθρώπινο γένος να έρθει η ώρα της.

Κατσαρίδα ρε μουνιά.

βουντού βουντού και κόκκινη μαγεία
Hyperoptic, 2011

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2011

Το καβλερό πτώμα. Ένας διάλογος με το σουρεαλιστή.


Ρε συ Σαρκάστικ

Σαν Υπερόπτικ έπιασα πάτο σήμερα.
Σαν μπομπ γαμιόλης θριάμβευσα βρίσκοντας κι άλλα τρίσβαθα του ανθρώπινου απόπατου να αντλήσω ρεαλισμό.
Σαν άλλος αντρέ μπρετόν οδηγήθηκα, με το μικρό πωλ ελυάρ και το τρυφερούδι μαξ έρνστ που κρύβονται μέσα μου, μέσα σου Σαρκάστικ, μέσα μας αναγνώστη, στη σύνθεση δημιουργία ερμηνεία και εκτέλεση σουρεαλιστικού ποιήματος που ακολουθείται από σουρεαλιστικό σχέδιο.

Λέγεται: «Το καβλερό πτώμα» και διαβάζεται καλύτερα σε μπανιέρα με τήλιο.
Ιδανική θερμοκρασία ανάγνωσης: περίπου στους 25 ΣΕΛΣΙΟΥΣ υπό ιτιά.

Et voilà, voilà voilà

ΤΟ

                  ΚΑΒΛΕΡΟ
                                                ΧΡΩΜΑ



Η αναζήτηση της έκπληξης φωλιάζει σε χαρτιά βαθειά χωμένα

στον κώλο κάποιου ποντικιού

Όχι δε βρίσκεται αλλού

Αυτόματα και πικραμένα θα σας πληροφορήσει ο καθένας,

Και τα ηφαίστεια της γνώσης ξερνάνε πόθους
Και βαθυστόχαστους προσκόπους

Μια δροσερή ανάμνηση η μόνη από ένα μοναχικό καλοκαίρι που γάμησε την άσφαλτο ένα ουράνιο καβλί,


Και για όσους δεν κατάλαβαν



cadavre super garanti
Hyperoptic, 2011



και για τους πολύ στόκους


un truc de ouf cadavre qui t'emmerde
Hyperoptic, 2011



και για τους τελείως ηλίθιους, τους μπετόβλακες χωρίς μοίρα στον ήλιο

Subliminal messages
Hyperoptic, 2011









Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011

Η θανάσιμη μοναξιά του Νταρθ Βέηντερ


"Before the decision"
Hyperoptic, 2011


Πάνω σ’αυτό το θέμα που συζητάγαμε σε προσωκρατικό διάλογο τις προάλλες ρε συ Σαρκάστικ είχα να προσθέσω κάτι.
Λοιπόν ξέχνα για λίγο (μόνο για λίγο) το επίπεδο της φυσικής υπόστασης του κόσμου ή το γεγονός ότι ο κόσμος όπως θάλεγε και ο Καστοριάδης προσφέρεται ΚΑΙ ως φυσικό αντικείμενο σε κάποια στιβάδα του.
Πέρα από αυτό ρε παιδί μου.
Το γεγονός ότι ο κόσμος επίσης μπορεί να προσφερθεί (στο μάτι του υποκειμένου, έτσι για να γίνουμε παλιομοδίτες αντιμεταμοντέρνοι να γουστάρουμε) και ως ηθική, δεν είναι να σου φεύγει το κλαπέτο;

Ωου σόρρυ γκάις, μάι κλάπετ τζαστ λεφτ μι.

Δηλαδή άμα αλλάξεις ματογυάλια (και κάτσεις να βάλεις κριθαράκια από άλλα μετερίζια στο μεγάλο γιουβέτσι της γνώσης), θα δεις ότι ενδεχομένως το πιο σημαντικό πράγμα έβερ που έχουμε να λύσουμε ως ανθρώπινα όντα είναι, μια που πέσαμε στον κόσμο like a dog without a bone, an actor all alone, τι σκατά ΠΡΕΠΕΙ να κάνουμε.

Και πρόσεχε διαλεκτική ντρίπλα.

Για όποιον ήδη βαρέθηκε στο άκουσμα της λέξης «πρέπει» και εξεγέρθηκαν να νιτσεϊκά και αποδομιστικά ή ξερω γώ χίππικα γουατέβερ ένστικτά του, το ΠΡΕΠΕΙ θα μπορούσε να πάρει οποιοδήποτε περιεχόμενο, ακόμα και το «ΠΡΕΠΕΙ να κάνεις ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΕΛΕΙΣ», όπως για παράδειγμα αφηρημένα μπορεί να πει κανείς ότι μας λέει η ψυχανάλυση που ανακαλύπτει και καλά τη γνήσια επιθυμία ακόμα κ αν αυτή είναι ο πιο μεγάλος κωλοσαδισμός/μαζοχισμός/ανωμαλάρα/υπερδιαστρόφα.

Οπότε αν σχετίσουμε τοιουτοτρόπως το θέλω με το πρέπει φτάνουμε στην ουσία της πράξης η οποία αν θέλεις κάπου αποτελεί και την έννοια-κολωφώνα-κόλαφο-κωλοτρυπίδι της ηθικής.

Οπότε και αρριβάρουμε αισίως φίλε Σαρκάστικ στο θέμα πράξη και απόφαση.

Αλλά φίλε μου Σαρκάστικ πότε δρούμε με διαφάνεια στην αιτιότητα των κινήτρων μας; πότε μπορούμε να πούμε ότι «αποφασίσαμε» και «κάναμε» κάτι που καταλαβαίνουμε και ελέγχουμε πλήρως;

Ποτέ φίλε Σαρκάστικ. Ποτέ.
Ούτε μία γαμημένη φορά σε όλη μας τη ζωή φίλε Σαρκάστικ.

Και σου λέω άντε καλά όλα αυτά να είναι μαλακίες στην περίπτωση που θες απλά να τρίψεις το ποζιτρονιασμένο μαρούλι που αγόρασες σε ανάστροφη χωροχρονικότητα αφού έκλεισε το σούπερμάρκετ.

Στην περίπτωση όμως που καλείσαι να διαλέξεις αν θα πας με τη σκοτεινή πλευρά της Δύναμης;

Στην περίπτωση που πρέπει να αποφασίσεις με ποιους θα πας και ποιους θα αφήσεις;

Ε τότε είναι σοβαρά τα πράματα.

Και τώρα φίλε Σαρκάστικ θα γίνω Ζίζεκ και θα τσιτάρω το Μάτριξ αυτή την ταινιάρα όπου η προφήτης έλεγε στον εκλεκτό στόκο κιάνου ρηβς που ήταν μπερδεμένος:

1. την απόφαση την έχεις ήδη πάρει (και είχε δίκιο)
2. δεν μπορείς να δεις το μέλλον γιατί δεν μπορείς να κατανοήσεις το παρόν (ή κάτι παρόμοιο που αυτή ήταν η ουσία) (και πάλι είχε δίκιο).

Και τι γίνεται ρε πούστη, θα αναρωτηθεί εν θερμώ ο Υπερόπτικ και μαζί του όλοι οι τραγικοί ήρωες από τον Οιδίποδα ως το Νταρθ Βέηντερ, με αυτή την εκκρεμή στιγμή, όπου σκάνε παντού φωτοβολίδες, έρχονται οι σπαρτιάτες με φωτόσπαθα, σου τείνει ο γκόμενος το χέρι από το τελευταίο βαγόνι του τρένου που ξεκινά, και εσύ νιώθεις ότι αυτό που θα κάνεις τώρα θα καθορίσει τρελά το μετά, θα σώσει τον κόσμο ή θα τον καταστρέψει, και ό,τι άλλο ψυχοπλακωτικό κι ασήκωτο βάζει ο τραγικός μας νους;

Δύο είναι οι λύσεις Σαρκάστικ.

Η πρώτη είναι να ξεγελάσεις τον καιρό. Να πεις δηλαδή, ντάξει το αναβάλλουμε για αύριο. Θα κάνω ότι δεν τρέχει τίποτα. Δε θα πάρω απόφαση ρε παιδί μου.
Αυτή η λύση γαμάει για πάρα πολλούς λόγους, ο βασικός είναι ότι χρησιμοποιείται κατά κόρον και ταιριάζει στην ανθρώπινη φύση μας, και ότι όταν τα διλήμματα τίθενται έτσι σχηματικά ό,τι και να κάνει κανείς πάλι δε θα είναι ευχαριστημένος, οπότε κάτσε να κάτσει η φάση και βλέπεις.
Βέβαια δεν την λες και ακριβώς λύση. Αλλά οκ όλοι νευρωτικοί είμαστε το καταλαβαίνουμε.

Η δεύτερη λύση φίλε Σαρκάστικ είναι να κάνεις ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ.
Αλλά τελείως άσχετο.

Να ξεπαγιδευτείς από τη μαλακία του διπόλου που σε δέρνει και να ξεφύγεις στο διάστημα καβάλα σε έναν ψυχεδελικό βάτραχο με κορώνα, να πας να συναντήσεις το μάστερ γιόντα που την πίνει στο Ναμπού παρέα με τη φυλή των μουλαριών-καλλιτεχνών ΣίσουΜπίτσου, κι εκεί να βρεις την υγειά σου στην τέλεια διασταύρωση ελευθερίας και αναγκαιότητας που λέγεται τέχνη συμμετέχοντας στη δημιουργία της ιριδίζουσας σπηλιάς από μεταφυσικό ζελέ παρέα με τα μουλάρια, τα βατράχια και όποιο φιλαράκι περάσει.

Ήθελα δηλαδή να πω Σαρκάστικ ότι η κατάληξη της ηθικής είναι στην αισθητική ρε συ.
Και ότι η μόνη περίπτωση να δράσουμε ελεύθερα είναι η τέχνη ρε φίλε.
Ε;

Dreadfully simple! woohooo
Hyperoptic, 2011