Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2011

Ο μεταφυσικός βρωμύλος



Kαθότι κύριοι είναι ηλίθιος ο στρατευμένος άθεος
Καθότι δεν ξέρετε την τύφλα σας αγαπητοί
Επίσης είναι ηλίθιος ο άθεος επιστήμονας
Εκτός αν είναι κανένας φίλος και απλά δεν του το λέμε
Και όλος ο κόσμος είναι συμπαθητικός όταν κοιμάται,
Όλοι οι άνθρωποι είναι ευάλωτοι όταν αγαπάνε
Και ο μισάνθρωπος μέσα στον Υπερόπτικ προσπαθεί να πιαστεί από τις τρίχες του αδέξιου δαίμονα που λέει έφτιαξε τον κόσμο,
Γιατί εννοείται ο θεός σιγά μην καταδεχόταν
Γιαυτό μαλακίζεται το πελεκούδι
Αλλά κι αυτό μαλακία δεν είναι; μπορεί σε μπίγκερ σκέηλ το πελεκούδι απλά να ξεδιπλώνεται, να μη μαλακίζεται
Και τι να πει κι ο Υπερόπτικ που είναι λίγο μίζερος σήμερα
Ούτε καλός μισάνθρωπος δεν μπορεί να γίνει
Κι αυτό μαλακία του φαίνεται
Ηλίθιο του φαίνεται κι αυτό
«η ομορφιά που ξεδιπλώνεται, εκστατικός ο κόσμος, απελπισία και οργή» του ψιθυρίζει ο Ιονέσκος, ανικανοποίητος γερόλυκος με δύσκολο χαρακτήρα
τι να πεις ρε Ιονέσκε

Α οι άνθρωποι που αγαπάνε την ανθρωπότητα και μισούνε τους ανθρώπους

Αλλά έχει δίκιο ο τύπος, οι μισοί είμαστε πολιτικοί, οι μισοί μεταφυσικοί,
Και τι να πω πια τι απόθεμα πρέπει να χρειάζεται για να αγαπήσει κανείς την αδυναμία
Εκεί που τη βλέπει τη μαλακία να λέει, εντάξει είναι κι αυτό ανθρώπινο πολύ ανθρώπινο,
Και να μη φοβάται το ναρκισσιστικό του μάτι, την εσωτερική του προδοσία

Άστα φίλε Σαρκάστικ μιζέρια ρε, ες αύριον τα ακμαία.

Ο μεταφυσικός βρωμύλος
Hyperoptic, 2011

Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2011

ο ανδαλουσιανός ψύλλος


Δύσκολοι καιροί για κτηνοβάτες
Με τόσα γουρούνια που έχουν μαζευτεί
Με κατάστρεψε η επισκευή της καφετιέρας, τώρα όλη μέρα είμαι τούρμπο
Έχω ρετάρει και με το ρεαλισμό
Δεν υπάρχουν ρεάλια ρεάλια
Μονόλιρα, πεντόλιρα, μπικικίνια καφετιά και μαρούλια
Και ήθελα ένα φλογοβόλο για τα χριστούγεννα
Να καθαρίσουμε τους κακομούτσουνους, τους ρατσιστές και τα εθνίκια
Να μείνουμε οι γαμάτοι να χαλαρώσουμε λιγάκι
Μετά να ανέβουμε όλοι μαζί σε μια κορφή να πέσουμε με το κεφάλι
Γιατί εμείς είμαστε οι χειρότεροι
Κι αν επιζήσουμε ε τι να πω χαλάλι μας
Υιοθετούμε και το point of view του θεού έτσι για τη φάση
Ή εναλλακτικά το point of view της κατσαρίδας, το ίδιο είναι
Μη σου πω επίτηδες της κατσαρίδας για να τη σπάσουμε στο χοντρό
Και τελικά λέει η κατσαρίδα να είναι το μέλλον, να κλαίει με το βάγκνερ και να λιγουρεύεται πατέ σαλιγκαριών με χαβιάρι μέδουσας
Και λέει με το που θα γίνει ο πυρηνικός όλεθρος η κατσαρίδα να πει ουφ επιτέλους να χτίσω τον τέλειο σουμπλίμ ειρηνικό πολιτισμό να τελειώνουμε
Και να χτυπήσει κατευθείαν το επίπεδο τρία άλφα της συνείδησης
Που εμείς ούτε στον ύπνο μας
Και που το χτύπαγε και όσο είμασταν εδώ απλά ήταν πολύ αξιοπρεπής για να μας το επιβάλλει
Κ εμείς οι μαλάκες αντί να διδαχθούμε την πλακώναμε στο τέζα
Κι έπειτα συζητάγαμε για την επίδραση των γερμανών μεταμοντέρνων στον αγγλοσαξωνικό ηθικισμό
Ενώ η κατσαρίδα άκουγε ψυχορραγώντας και έλεγε «ρε τους κακομοίρηδες δεν ξέρουν ότι μόνο αν γευθείς σκατά με οδοντόκρεμα μπορείς να καταλύσεις τον εμπειριοκριτικισμό»
Και μετά βούταγε στον ωκεανό της μεγάλης αιτίας για κατσαρίδες και επανερχόταν σε συνείδηση αυγού για να σκάψει υπομονετικά το δρόμο της μέσα από τη σιχαμάρα που αποτελεί το οντολογικο της πάνελ να περιμένει να περιμένει να ψοφήσει το ανθρώπινο γένος να έρθει η ώρα της.

Κατσαρίδα ρε μουνιά.

βουντού βουντού και κόκκινη μαγεία
Hyperoptic, 2011

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2011

Το καβλερό πτώμα. Ένας διάλογος με το σουρεαλιστή.


Ρε συ Σαρκάστικ

Σαν Υπερόπτικ έπιασα πάτο σήμερα.
Σαν μπομπ γαμιόλης θριάμβευσα βρίσκοντας κι άλλα τρίσβαθα του ανθρώπινου απόπατου να αντλήσω ρεαλισμό.
Σαν άλλος αντρέ μπρετόν οδηγήθηκα, με το μικρό πωλ ελυάρ και το τρυφερούδι μαξ έρνστ που κρύβονται μέσα μου, μέσα σου Σαρκάστικ, μέσα μας αναγνώστη, στη σύνθεση δημιουργία ερμηνεία και εκτέλεση σουρεαλιστικού ποιήματος που ακολουθείται από σουρεαλιστικό σχέδιο.

Λέγεται: «Το καβλερό πτώμα» και διαβάζεται καλύτερα σε μπανιέρα με τήλιο.
Ιδανική θερμοκρασία ανάγνωσης: περίπου στους 25 ΣΕΛΣΙΟΥΣ υπό ιτιά.

Et voilà, voilà voilà

ΤΟ

                  ΚΑΒΛΕΡΟ
                                                ΧΡΩΜΑ



Η αναζήτηση της έκπληξης φωλιάζει σε χαρτιά βαθειά χωμένα

στον κώλο κάποιου ποντικιού

Όχι δε βρίσκεται αλλού

Αυτόματα και πικραμένα θα σας πληροφορήσει ο καθένας,

Και τα ηφαίστεια της γνώσης ξερνάνε πόθους
Και βαθυστόχαστους προσκόπους

Μια δροσερή ανάμνηση η μόνη από ένα μοναχικό καλοκαίρι που γάμησε την άσφαλτο ένα ουράνιο καβλί,


Και για όσους δεν κατάλαβαν



cadavre super garanti
Hyperoptic, 2011



και για τους πολύ στόκους


un truc de ouf cadavre qui t'emmerde
Hyperoptic, 2011



και για τους τελείως ηλίθιους, τους μπετόβλακες χωρίς μοίρα στον ήλιο

Subliminal messages
Hyperoptic, 2011









Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011

Η θανάσιμη μοναξιά του Νταρθ Βέηντερ


"Before the decision"
Hyperoptic, 2011


Πάνω σ’αυτό το θέμα που συζητάγαμε σε προσωκρατικό διάλογο τις προάλλες ρε συ Σαρκάστικ είχα να προσθέσω κάτι.
Λοιπόν ξέχνα για λίγο (μόνο για λίγο) το επίπεδο της φυσικής υπόστασης του κόσμου ή το γεγονός ότι ο κόσμος όπως θάλεγε και ο Καστοριάδης προσφέρεται ΚΑΙ ως φυσικό αντικείμενο σε κάποια στιβάδα του.
Πέρα από αυτό ρε παιδί μου.
Το γεγονός ότι ο κόσμος επίσης μπορεί να προσφερθεί (στο μάτι του υποκειμένου, έτσι για να γίνουμε παλιομοδίτες αντιμεταμοντέρνοι να γουστάρουμε) και ως ηθική, δεν είναι να σου φεύγει το κλαπέτο;

Ωου σόρρυ γκάις, μάι κλάπετ τζαστ λεφτ μι.

Δηλαδή άμα αλλάξεις ματογυάλια (και κάτσεις να βάλεις κριθαράκια από άλλα μετερίζια στο μεγάλο γιουβέτσι της γνώσης), θα δεις ότι ενδεχομένως το πιο σημαντικό πράγμα έβερ που έχουμε να λύσουμε ως ανθρώπινα όντα είναι, μια που πέσαμε στον κόσμο like a dog without a bone, an actor all alone, τι σκατά ΠΡΕΠΕΙ να κάνουμε.

Και πρόσεχε διαλεκτική ντρίπλα.

Για όποιον ήδη βαρέθηκε στο άκουσμα της λέξης «πρέπει» και εξεγέρθηκαν να νιτσεϊκά και αποδομιστικά ή ξερω γώ χίππικα γουατέβερ ένστικτά του, το ΠΡΕΠΕΙ θα μπορούσε να πάρει οποιοδήποτε περιεχόμενο, ακόμα και το «ΠΡΕΠΕΙ να κάνεις ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΕΛΕΙΣ», όπως για παράδειγμα αφηρημένα μπορεί να πει κανείς ότι μας λέει η ψυχανάλυση που ανακαλύπτει και καλά τη γνήσια επιθυμία ακόμα κ αν αυτή είναι ο πιο μεγάλος κωλοσαδισμός/μαζοχισμός/ανωμαλάρα/υπερδιαστρόφα.

Οπότε αν σχετίσουμε τοιουτοτρόπως το θέλω με το πρέπει φτάνουμε στην ουσία της πράξης η οποία αν θέλεις κάπου αποτελεί και την έννοια-κολωφώνα-κόλαφο-κωλοτρυπίδι της ηθικής.

Οπότε και αρριβάρουμε αισίως φίλε Σαρκάστικ στο θέμα πράξη και απόφαση.

Αλλά φίλε μου Σαρκάστικ πότε δρούμε με διαφάνεια στην αιτιότητα των κινήτρων μας; πότε μπορούμε να πούμε ότι «αποφασίσαμε» και «κάναμε» κάτι που καταλαβαίνουμε και ελέγχουμε πλήρως;

Ποτέ φίλε Σαρκάστικ. Ποτέ.
Ούτε μία γαμημένη φορά σε όλη μας τη ζωή φίλε Σαρκάστικ.

Και σου λέω άντε καλά όλα αυτά να είναι μαλακίες στην περίπτωση που θες απλά να τρίψεις το ποζιτρονιασμένο μαρούλι που αγόρασες σε ανάστροφη χωροχρονικότητα αφού έκλεισε το σούπερμάρκετ.

Στην περίπτωση όμως που καλείσαι να διαλέξεις αν θα πας με τη σκοτεινή πλευρά της Δύναμης;

Στην περίπτωση που πρέπει να αποφασίσεις με ποιους θα πας και ποιους θα αφήσεις;

Ε τότε είναι σοβαρά τα πράματα.

Και τώρα φίλε Σαρκάστικ θα γίνω Ζίζεκ και θα τσιτάρω το Μάτριξ αυτή την ταινιάρα όπου η προφήτης έλεγε στον εκλεκτό στόκο κιάνου ρηβς που ήταν μπερδεμένος:

1. την απόφαση την έχεις ήδη πάρει (και είχε δίκιο)
2. δεν μπορείς να δεις το μέλλον γιατί δεν μπορείς να κατανοήσεις το παρόν (ή κάτι παρόμοιο που αυτή ήταν η ουσία) (και πάλι είχε δίκιο).

Και τι γίνεται ρε πούστη, θα αναρωτηθεί εν θερμώ ο Υπερόπτικ και μαζί του όλοι οι τραγικοί ήρωες από τον Οιδίποδα ως το Νταρθ Βέηντερ, με αυτή την εκκρεμή στιγμή, όπου σκάνε παντού φωτοβολίδες, έρχονται οι σπαρτιάτες με φωτόσπαθα, σου τείνει ο γκόμενος το χέρι από το τελευταίο βαγόνι του τρένου που ξεκινά, και εσύ νιώθεις ότι αυτό που θα κάνεις τώρα θα καθορίσει τρελά το μετά, θα σώσει τον κόσμο ή θα τον καταστρέψει, και ό,τι άλλο ψυχοπλακωτικό κι ασήκωτο βάζει ο τραγικός μας νους;

Δύο είναι οι λύσεις Σαρκάστικ.

Η πρώτη είναι να ξεγελάσεις τον καιρό. Να πεις δηλαδή, ντάξει το αναβάλλουμε για αύριο. Θα κάνω ότι δεν τρέχει τίποτα. Δε θα πάρω απόφαση ρε παιδί μου.
Αυτή η λύση γαμάει για πάρα πολλούς λόγους, ο βασικός είναι ότι χρησιμοποιείται κατά κόρον και ταιριάζει στην ανθρώπινη φύση μας, και ότι όταν τα διλήμματα τίθενται έτσι σχηματικά ό,τι και να κάνει κανείς πάλι δε θα είναι ευχαριστημένος, οπότε κάτσε να κάτσει η φάση και βλέπεις.
Βέβαια δεν την λες και ακριβώς λύση. Αλλά οκ όλοι νευρωτικοί είμαστε το καταλαβαίνουμε.

Η δεύτερη λύση φίλε Σαρκάστικ είναι να κάνεις ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ.
Αλλά τελείως άσχετο.

Να ξεπαγιδευτείς από τη μαλακία του διπόλου που σε δέρνει και να ξεφύγεις στο διάστημα καβάλα σε έναν ψυχεδελικό βάτραχο με κορώνα, να πας να συναντήσεις το μάστερ γιόντα που την πίνει στο Ναμπού παρέα με τη φυλή των μουλαριών-καλλιτεχνών ΣίσουΜπίτσου, κι εκεί να βρεις την υγειά σου στην τέλεια διασταύρωση ελευθερίας και αναγκαιότητας που λέγεται τέχνη συμμετέχοντας στη δημιουργία της ιριδίζουσας σπηλιάς από μεταφυσικό ζελέ παρέα με τα μουλάρια, τα βατράχια και όποιο φιλαράκι περάσει.

Ήθελα δηλαδή να πω Σαρκάστικ ότι η κατάληξη της ηθικής είναι στην αισθητική ρε συ.
Και ότι η μόνη περίπτωση να δράσουμε ελεύθερα είναι η τέχνη ρε φίλε.
Ε;

Dreadfully simple! woohooo
Hyperoptic, 2011




Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2011

έτσι μια μελαγχολία...


Ο μπομπ ο γαμιόλης δε μιλιότανε σήμερα. Τι του πρότεινε ο Μπάτρικ πρωινή πιπούλα, τι του βούτηξε τις τηγανίτες στη βότκα και τις σέρβιρε στον κώλο του για πιο κίνκι, τίποτα. Μιλιά. Σφίγγα. Μουγγοθόδωρος.

- τι σκατά έχεις ρε Μπομπ γαμώ το μουνί που σε γλίστραγε; απήυδησε κάποια στιγμή ο κακομοίρης ο μπάτρικ.
- τι νάχω ρε μπάτρικ, έχω μελαγχολήσει, είπε υποτονικά ο μπομπ σκαλίζοντας ανόρεχτα ένα πουτσάκι πάνω στις τηγανίτες με το μαχαίρι.
- γιατί ρε μπομπ; μπορεί να είσαι γαμιόλης αλλά τουλάχιστον κατάθλας δεν ήσουνα ποτέ. Γιατί ρε μαλάκα τι έγινε; ρώτησε ανήσυχος ο μπάτρικ.
- τι να σου πω ρε μπάτρικ, νομίζω ότι δε στέκομαι καλά κοινωνικά.
- τι εννοείς ρε λεχρίτη;
- εννοώ ρε παπάρα ότι νιώθω χάλια γιατί μου φαίνεται ότι ο κόσμος πάει σκατά ρε.
- ποιος κόσμος ρε στόκε; ο κόσμος γενικά το σύμπαν κι έτσι; σιγά ρε μαλάκα ποιος χέστηκε για το σύμπαν, και ποιος είσαι εσύ ρε στο κάτω κάτω για να κρίνεις τον κόσμο ρε ρεμάλι που δεν έχεις σηκώσει μια φορά το χέρι σου να με βοηθήσεις να ξεκολλήσω ένα τυροπιτάκι από το ταψί και ξαφνικά απέκτησες και συνείδηση μαλάκα;
- μη μου μιλάς έτσι ρε Μπάτρικ. Είναι σοβαρά τα πράγματα.
- καλά με συγχωρείς, μαζεύτηκε ο μπάτρικ.
Ο μπομπ με κενό βλέμμα άρχισε να χαράζει τα χύσια που θα έφευγαν από το πουτσάκι στις τηγανίτες.
- τι να σου πώ ρε μπάτρικ… άρχισε μονότονα. Δεν την παλεύω ρε. Σαν να έχασα την όρεξή μου για τα πάντα, σαν να με άγγιξε η συμπαντική ξενέρα. Δε βρίσκω νόημα ρε παιδί μου.
- γιατί ρε μπομπ; ρώτησε ο μπάτρικ με αγωνία. Φταίνε τα ακροδεξιά στοιχεία στην κυβέρνηση φρανκεστάιν που σου τη σπάσανε;
- μπορεί κι αυτό ρε μπάτρικ. Αλλά τι να σου πω… με όποιον μιλάω, μια μαλακία, ένας συντηρητισμός γαμώ το κέρατό μου δηλαδή. Ούτε να τον αρπάξει πλέον δεν έχει όρεξη ο κόσμος. Δε βρίσκω νόημα ρε μπάτρικ. Δε βρίσκω νόημα.
- επειδή δε σου κάθονται αρπαχτές; γιαυτό είσαι νταουνιάρης ρε παπάρα; τα πήρε ξαφνικά ο μπάτρικ και γυάλισε το μάτι του.
- ρε μαλάκα πότε θα καταλάβεις ότι υπάρχει ένα μπίγκερ πίκτσουρ ρε αρχίδι; μπορεί εμένα να μη μου κάθονται αρπαχτές, αλλά και παλιά δε μου καθοντουσταν και δεν έκανα έτσι. Θυμάσαι τότε που είχα βάλει κιλά και δε μου έκανε το τετραγωνοπαντελόνι μου και έβγαινα έξω με το μπουρνούζι του θείου σου του θόδωρα; εκείνο που είχες ξεράσει πάνω του πέρσι τις απόκριες; το πράσινο; με την πεταλούδα;
- ε ναι τι;
- ε ούτε τότε μου καθότανε τίποτα. Αλλά το πάλευα ρε μαλάκα. Τώρα…
- τώρα τι;
- ε τώρα μου φαίνεται σα να μη μου αξίζει ρε παιδί μου να χαρώ, πώς να στο πω.
- ε και τι θα γίνει τώρα ρε μπομπ; θα καθόμαστε να κλαίμε τη μοίρα μας επειδή νταουνιάστηκες κοινωνικά;
- όχι ρε μαλάκα. Έχω κάτι να σου πω.
- τι ρε μαλάκα;
- θα φύγω ρε.
- πού θα πας ρε;
- θα φύγω απ’το σπίτι, απ’την πόλη, τι να σου πω θα φύγω.
 - και πού θα πας ρε άρρωστε;
- δεν ξέρω. Θα κοιμάμαι στους δρόμους. Νιώθω σκατά ρε μαλάκα μα τω θεώ σου λέω, μου την έχει δώσει ρε συ, θα πάω να κοιμάμαι εκεί που στήνουνε σκηνές αυτοί οι τσαντισμένοι πώς τους λένε.
- ντόιόιόιόιόιόινγκ, έκανε ο μπάτρικ αποσβολωμένος. Θα πας να κάνεις επανάσταση ρε;
- ξέρω γω ρε μαλάκα; κάτι πρέπει να κάνω. Θα πάω να δω τι παίζει. Μπορεί να είναι και μαλακία, αλλά έχω πιάσει πάτο ρε φίλε. Δηλαδή είμαι στο επίπεδο να πετάω πέτρες μπας και νιώσω κάτι.

Ο Μπάτρικ σώπασε σκεφτικός.

- ε ναι εντάξει απ’ότι λένε υπάρχει πρόβλημα. Απλά τι να σου πω ποτέ δε με έψησαν οι μαζώξεις τα μπάχαλα κι αυτά. Και στο κάτω κάτω ρε μπομπ άμα τα κάνανε όλοι αυτά ποιος θα δούλευε ρε;
- εσύ ρε ηλίθιε θα δούλευες. Αφού θα δούλευες δε θα δούλευες; τα πήρε ξαφνικά ο μπομπ. Αφού είσαι στοκάδι μέγιστο ρε και δε νιώθεις και τώρα αποδεικνύεται ότι η μεγάλη σου ευαισθησία είναι για τον πέο, που γαμιόλη με ανεβάζεις γαμιόλη με κατεβάζεις ηλίθιε. Εμένα με διάβρωσε η κρίση ρε χλέμπουρα, κοίτα με, ένα ανθρώπινο ράκος έχω γίνει ρε μαλάκα, θα πάω να διαμαρτυρηθώ ρε, θα δεις, και θα έχω δίκιο, και θα με δεις και θα λες συγγνώμη ρε. Συγγνώμη θα λες.
-  γιατί να πω συγγνώμη ρε ρεμάλι; επειδή θα δουλεύω για να τρως ένα κομμάτι ψωμί να κάνεις την επανάσταση στις πλάτες μου ρε αρχίδι; που κανονικά πρέπει να σ’αφήσω νηστικό να δω τι επανάσταση θα πας να κάνεις μαλάκα. Ε μαλάκα, τα πήρε ο μπάτρικ. Δε θα τη φας τη δεύτερη τηγανίτα; ρώτησε έπειτα πολιτισμένα στο άσχετο.
- θα τη φάω μωρέ, απλά τη γυροφέρνω λίγο, έκανε ο μπομπ ξαφνικά χαλαρός.
- καλά κοίτα, λέω να κάνω κανένα σάντουιτς. Άμα είναι να πάμε να διαδηλώσουμε τουλάχιστον να έχουμε τίποτα να σαβουρώσουμε.
Ο μπομπ έριξε μια μικρή ματιά στον μπάτρικ και ξαναγύρισε στο χάραγμα του πουτσακίου της τηγανίτας που πλέον είχε αποκτήσει τρισδιάστατο εφφέ προοπτικής με λεπτομέρεια στην τρίχα pun intended.
- δηλαδή θα ρθεις κι εσύ; ρώτησε ο μπομπ ψιλοαδιάφορα τάχαμουδήθεν τον μπάτρικ.
- ε ναι ρε μπομπ δε γαμιέται. Πάμε να δούμε τι να πω. Αλλά πρόσεξε παπάρα μη σε δω να την πέφτεις σε κανέναν αναρχομπούμπουρα γιατί θα γίνει του αριστερού το κάγκελο μαλάκα. Πρόσεξε μόνο αυτό σου λέω.
- ε καλά ρε μαλάκα, άμα παιχτεί τίποτα θα είσαι μέσα ρε, μην ανησυχείς, έκανε ο μπομπ και έσκασε το πρώτο γαμιόλικο χαμόγελο της ημέρας. Θα βάλεις και αυγό στο σάντουιτς;
- αααχ πάντα με ρίχνεις κερατούκλη, άντε ναι θα σου βάλω και αυγό στο σάντουιτς, έκανε τσαχπίνικα ο μπάτρικ και άρχισε να ετοιμάζει φαϊ για την επανάσταση.


"aux bois"
Hyperoptic, 2011


Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011

γουάτ γουάτ γουάτ; ή οι ειδήσεις σε ένα λεπτό από τον χάι Υπερόπτικ

Ο Υπερόπτικ ενημερώνει το Σαρκάστικ ότι δουλεύει πάνω σε έναν προσωκρατικό διάλογο που θα δημοσιευτεί προσεχώς (εκτός αν ο Υπερόπτικ το κάψει και κάτσει απλά να δει βίσση) αλλά στο μεταξύ τσίμπα ένα χεχεχε κοκτέιλ πάρτυ κουτσομπολιό που συνδυάζει μόδα και επανάσταση:
λέει ότι ο γιος της Βίβιαν Γουέστγουντ πηγαίνει στην επανάσταση εδώ στο Λονδίνο και κατασκηνώνει σαν απλός διαδηλωτής με τους απλούς διαδηλωτές, και λέει είναι ατομάρα και τέτοια, ψιλοφρικιό με την καλή έννοια, οπότε όποιος ήθελε να τον γνωρίσει ευκαιρία είναι να πάει να διαδηλώσει κιόλας.

κατά τα άλλα μια που γίναμε επικαιρικοί επικαιρικοί επικαιρικοί λέει γεννήθηκε τρισχαριτωμένο πάντα σε αιχμαλωσία σε ζωολογικό πάρκο της γουαδελούπης, και η έξοδος των εκδρομέων προβλέπεται να αδειάσει το καλάθι της νοικοκυράς καθώς η θερμοκρασία κρατιέται καλά για τα χρόνια της σε κανονικά για την εποχή επίπεδα.

αυτάααααα

τούμπες τούμπες χαιρετούμπες από το λονδρέζο Υπερόπτικ που πλέον αγόρασε κόκκινο λεωφορείο μπρελοκάκι που δεν είχε σοβαρό μπρελόκ τόσο καιρό.


κολοκυθόλιθος του 3ου μΧ αιώνα που εθεάθη να επιστρέφει από τον κόσμο
των ψυχών ώστε να στοιχειώσει με τρόμο τα όνειρα των μικρών παιδιών που
λατρεύουν τους χέλλογουην.
Υπερόπτικ, 2011



Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2011

αφογευματινό θριπάκι


Καθώς προσπαθούσε να ηρεμήσει τα παγωμένα του δόντια ο Υπερόπτικ σήμερα στο πάρκο, βυθίστηκε ανεπανόρθωτα σε μια άκυρη ψυχεδέλεια που έσκασε την πιο απρόσμενη στιγμή.
Μια οπτική απάτη ήταν που τον έκανε να δει, στα φωτεινά νερά ενός μακρινού σιντριβανιού ανάμεσα στα δέντρα, ένα αιθέριο ξάγναντο όπου ουρανός και θάλασσα θα μπορούσαν να είναι ένα κι από όπου αν έφτανε κανείς να κοιτάξει ποιος ξέρει μέχρι πού θα έφτανε το μάτι του.
Μέχρι πουθενά, κατάλαβε ο Υπερόπτικ όταν η πύλη του φωτός έκλεισε μαζί με τα σιντριβάνια.
Ααααχ αυταπάτες, αυταπάτες φίλε μου, δεν υπάρχουν κρυστάλλινοι λιμένες πρωτοϊδωμένοι πίσω από την παγωμένη ομίχλη, είπε και γύρισε να αφουγκραστεί τον τρελαμένο του φιλαράκο τον Γκυ ντε Μωπασάν, ο οποίος έσκαγε τόση ώρα να του περιγράψει πώς
Η τεράστια κοσμική πεταλούδα σαν εύθραυστο λουλούδι μεγάλη όσο εκατό σύμπαντα πέταγε από αστέρι σε αστέρι για να το τυλίξει στην αναζωογονητική πνοή της πάνω από λαούς που την περίμεναν εκστασιασμένοι και το διανοείσαι; δεν υπάρχουν μόνο αυτά που βλέπουμε υπάρχουν άλλα τόσα πολύ περισσότερα δηλαδή που δε βλέπουμε, ας πούμε υπάρχουν οι καμήλες, οι ιπποπόταμοι, ωραία κομψά ζώα, και γιατί να μην υπάρχουν κι άλλα μεγάλα αόρατα όντα που κυκλοφορούν ακροπατώντας ανάμεσά μας και ψελλίζουν πράματα σε ανώτερες συνειδησιακές σφαίρες; γιατί μόνο αέρας νερό γη φωτιά κι όχι εκατομμύρια άλλα στοιχεία;  και γιατί να μην υπάρχουν τεράστια λουλούδια που με το άρωμά τους γεμίζουν ολόκληρες χώρες; και σχήματα και ομορφιά και κίνηση που κανένα μάτι δεν μπορεί να δει; ε;
Έλα ντε; γιατί; αναρωτήθηκε ο Υπερόπτικ και ξαναπροσπάθησε να φέρει πίσω την παραίσθηση της φωτεινής πύλης πίσω από τα δέντρα, μάταια όμως, αφού το σκοτάδι πλησίαζε και τα χρώματα άρχιζαν να εγκαταλείπουν το πάρκο.


ο φίλος Γκης δε Μωπασσάν σε ένα από τα ψυχεδελικά του
κουστούμια
Υπερόπτικ, 18οο τόσο